Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Το ΚΟΜΙΞ που αγαπήσαμε, το ΚΟΜΙΞ που καταντήσανε...

Το πρώτο μου ΚΟΜΙΞ!!!   :-)
Όταν τον Ιούλιο του 1988, 14 χρονών τότε, έτρεχα σαν τρελός στο περίπτερο ν’ αγοράσω το 1ο τεύχος του ΚΟΜΙΞ, θυμάμαι η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Όταν κράτησα επιτέλους το πολύτιμο τεύχος στα χέρια μου, ένιωθα λες και κρατούσα κάποιον ανεκτίμητο θησαυρό. Πόσες φορές, δεν τα ‘χα πάρει με τον πατέρα μου, κάθε φορά που έπαιρνε κάποιο τεύχος για να... νυστάξει, και το ‘βρισκα αργότερα παρατημένο κάπου άσχετα ή ψιλο-τσαλακωμένο σε κάποια του σελίδα! Κάθε τεύχος του ΚΟΜΙΞ τότε ήταν και μια μικρή υπόσχεση. Η μαγεία του Μπαρξ από τη μία, η επαν-ανακάλυψη μερικών απ’ τις ιστορίες του μικρού Μίκυ, που τόσο είχαμε αγαπήσει σε ακόμη μικρότερη ηλικία, η απλότητα αλλά και η ποιότητα της προσπάθειας, η συνεχής βελτίωση κι ένα σωρό μικρότερες λεπτομέρειες είχαν καταστήσει την 1η κάθε μήνα, ημερομηνία «ορόσημο». Είχαμε κάτι να περιμένουμε, βρε αδερφέ! Κάτι που ομόρφαινε και πλούτιζε τις ζωές μας. Αυτό πια δεν υπάρχει. Όχι γιατί εμείς μεγαλώσαμε, αλλά γιατί οι εκδότες του ΚΟΜΙΞ μας ξεπουλήσανε στην πορεία. Γιατί την είδαν αλλιώς, να πούμε! Την είδαν marketing, την είδαν κονόμα, την είδαν εύκολη λύση, την είδαν άλλο ένα Μίκυ, μέσα στις δεκάδες φτηνο-εκδόσεις που κυκλοφορούν κάθε χρόνο, του τύπου «Ντόναλντ».

Κατηγορώ, λοιπόν, τους εκδότες του ΚΟΜΙΞ γιατί:

1ον.   Ξεπούλησαν το αρχικό όραμα, προδίδοντας όσους τους στήριξαν όλα αυτά τα χρόνια.

2ον.   Έριξαν την ποιότητα του περιοδικού, τόσο που χαμηλότερα δε γίνεται. Καταλήξαμε να’ χουμε στα χέρια μας άλλο ένα μικρό Μίκυ: παιδικό με την αρνητική έννοια, βιτρίνα και διαφήμιση του καταναλωτικού σκουπιδαριού της Ντίσνεϋ, κατάφορτο με δεκάδες σελίδες που προκαλούν αισθητική ευκολία και μιζέρια.

3ον.   Εξακολουθούν να βάζουν στο εξώφυλλο το χαρακτηρισμό «Συλλεκτικό Τεύχος», όταν στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα συλλεκτικό σε ένα περιοδικό, που στηρίζεται κατ’ εξακολούθηση στο μέτριο σκίτσο, στο παιδιάστικο σενάριο και σε μόνο μια ιστορία κράχτη ενός μεγάλου δημιουργού, στερεοτυπικά του Μπαρξ.

4ον.   Δημοσιεύουν κατά 99,999... % αλληλογραφίες που ευλογούν τα γένια τους και την εξαιρετική τους προσπάθεια και μπλα, μπλα, ενώ δε φιλοτιμήθηκαν να μου απαντήσουν ούτε μία φορά, στα καλοπροαίρετης κριτικής e-mail που τους έστειλα κάποια απ’ τα προηγούμενα χρόνια. Ούτε ένα «ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον σας», για παράδειγμα.

5ον.   Στερούνται φαντασίας, όρεξης και οράματος. Εδώ και χρόνια, το ΚΟΜΙΞ έχει καταντήσει ο ορισμός της ανίας. Πριν καν το αγοράσεις ξέρεις τι θα βρεις μέσα, εκτός απ’ το λατρεμένο θείο. Θα βρεις: Μάρκο Ρότα, Βίκαρ, Ουίλιαμ Βαν Χορν. Και τον άλλο μήνα; Ξανά: Ρότα, Βίκαρ, Βαν Χορν. Και ξανά, και ξανά, και ξανά. Με μικρές ενέσεις Ντάαν Γίπες, εδώ κι εκεί. Μετά το χάος (κι εδώ θα επικεντρωθεί το παρόν άρθρο μου): τρισάθλιο σκίτσο, μουτζούρες και καλλικατζούρες, εμετικό σενάριο, προχειρότητα και φτήνια στο μεγαλείο της.

6ον.   Γιατί είναι ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ να χρησιμοποιείται το ΚΟΜΙΞ για την προώθηση βιντεο-παιχνιδιών (βλ. Επικός Μίκυ) ή χαζο-ταινιών (βλ. Cars 2). Μάλιστα, το τελευταίο ήταν και το πιο πρόστυχο χτύπημα στη συλλεκτικότητα του περιοδικού. Δεκάδες πολύτιμων σελίδων, πεταμένες στα σκουπίδια για διαφήμιση!

ΚΡΙΜΑ, ΚΡΙΜΑ, ΚΡΙΜΑ!!!

Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Εδώ και χρόνια, λοιπόν το αγαπημένο μας ΚΟΜΙΞ παραπαίει στη μετριότητα. Η κυριότερη αιτία - κατά τη γνώμη μου - είναι πως έχει χάσει το πλέον ισχυρό χαρτί, το βασικό λόγο για τον οποίο κρατάς με ανυπομονησία ένα περιοδικό κόμικ στα χέρια σου: εκείνο της δυνατής πρώτης, κεντρικής ιστορίας. Της ιστορίας εκείνης δηλαδή, της οποίας ρουφάς αχόρταγα την κάθε σελίδα και κατόπιν, σαν κλείσεις το περιοδικό, μένει ακόμη η γεύση της στη μνήμη. Της ιστορίας εκείνης, που για χάρη της συγχωρείς οποιαδήποτε προχειρότητα ενός τεύχους. Της ιστορίας εκείνης, που χαρακτηρίζει το περιοδικό σα σύνολο και το λόγο για τον οποίο θα το θυμάσαι για καιρό. Δεν είναι τυχαίο, που θυμάμαι δεκάδες από τα πρώτα τεύχη του ΚΟΜΙΞ (κάποτε και με τη σωστή σειρά), ωστόσο αδυνατώ να θυμήθω έστω και μια ιστορία απ' την εποχή Ρόσα και μετά. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι μπορεί να μην υπάρχει κάτι αξιοσημείωτο, σημαίνει όμως τη συνολική μου απογοήτευση, που κατέληξε πια σε απαξίωση.

Το δεύτερο πιο σημαντικό μειονέκτημα (εκείνο όμως που θα συγχωρούσαμε αν έμενε ικανοποιημένο το πρώτο ζητούμενο) είναι η αποτροπιαστική κατάπληξη, που συνοδεύει το ξεφύλλισμα σχεδόν κάθε τεύχους, καθώς διαπιστώνουμε να επιλέγονται κατ' επανάληψιν και καθ' υποτροπίν ιστορίες ΑΤΑΛΑΝΤΩΝ (καλλιτεχνικά ή κυρίως σεναριακά), ιστορίες ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ, ιστορίες το λιγότερο ΕΜΕΤΙΚΕΣ, ιστορίες που σε καμία περίπτωση δε θα 'πρεπε να υπάρχουν σε ένα περιοδικό που θέλει να αυτοπροσδιορίζεται ως ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΟ!!! Μα καλά, ποιοι είναι τέλος πάντων, οι υπεύθυνοι για την επιλογή τους; Πάσχουν το λιγότερο από στραβισμό, με αρχή καταρράκτη τύπου Νιαγάρα, και το σύνδρομο του χαζο-μπαμπά: χαμογελούν με τη κάθε, γλυκανάλατη σαβούρα. Ή τελικά έχουν πολύ χαμηλό μπάτζετ. Ναι, αυτό το τελευταίο θα μπορούσα ίσως να το καταλάβω. Στο κάτω-κάτω μειώστε τις σελίδες του περιοδικού, αν είναι να προσβάλλετε κάθε φορά την αισθητική των αναγνωστών σας. Μην ξεχνάτε ότι για τα παιδιά που σας διαβάζουν και θα πέφτουν μεθαύριο εύκολα θύματα του φτηνιάρικου και της αρπαχτής, θα είστε εν μέρει κι εσείς υπαίτιοι.

Μικρή ανασκό(λο)πηση 2011

Θα μου πείτε «άμα σε χαλάει ρε φίλε, τότε σταμάτα να το αγοράζεις»! Λέτε να μην το 'χω σκεφτεί; Δεν είναι εύκολο όμως να σταματήσεις μια αγαπημένη συνήθεια 23 (!!!) χρόνων. Πάντα ελπίζεις ότι το επόμενο τεύχος ή το επόμενο έτος δεν θα 'ναι έτσι, κάτι θ' αλλάξει λες, δε μπορεί να είναι τόσο ηλίθιοι. Ένας άλλος λόγος είναι ότι δεν τα 'φτιαξε όλα μονάχος του, ο κύριος Τερζόπουλος. Σε κάποιο βαθμό, είμαστε κι εμείς εκείνοι που φτιάξαμε το περιοδικό αυτό που είναι. Όταν από τα πρώτα του βήματα το αγκαλιάσαμε με λατρεία, το προβάλλαμε, το στηρίξαμε και εξακολουθούμε - κόντρα στην εξαπάτησή μας - να το στηρίζουμε (τουλάχιστον προς το παρόν).

Θα κλείσω παραθέτοντας μερικά σχόλια / απόψεις για τους καλλιτέχνες, που μας απασχόλησαν το 2011 (και όχι μόνον). Στους αναγνώστες που εξακολουθούμε να στηρίζουμε ερήμην της ποιότητας, αλλά και σε όσους έπαψαν να στηρίζουν εδώ και καιρό (και δεν είναι λίγοι), αφιερώνω το πρώτο και αλησμόνητο τεύχος του ΚΟΜΙΞ, τότε που γνωρίσαμε το θείο Καρλ στο απλό, φτηνό χαρτί με τους αδρούς χρωματισμούς. Στους υπεύθυνους και στους εκδότες του περιοδικού αφιερώνω με αποστροφή το γυαλιστερό χαρτί πολυτελείας, να σκουπίζουν καλύτερα την ευρω-χεσμένη τους κωλάρα... 

ΜΑΡΚΟ ΡΟΤΑ
Εξαιρετική γραμμή, παπιά που «πατάνε» καλά στο καρέ και στο περιβάλλον τους, εκφραστικά και με προσωπικότητα. Η αρχική του έμπνευση διεκδικεί φιλότιμα την επικότητα της κύριας ιστορίας, ωστόσο συνήθως καταλήγουμε να χασμουριόμαστε μέχρι θανάτου. Τα μουρόχαυλα σενάρια και το άχρωμο χιούμορ του, τον κρατούν πάντα ένα βήμα μακριά, απ' το να πάψει να είναι βαρετός. Κρίμα και γι' αυτόν, κρίμα και για μας, που τον τρώμε στη μάπα κάθε μήνα.

ΒΙΚΑΡ
Έχει τη δική του ιδιαίτερη γραμμή, σταθερό χέρι και σχεδιαστική συνέπεια, όμως είναι τόσο ασταθής σεναριακά που προσπερνάς τις σελίδες αδιάφορα, ακόμη και στην τουαλέτα (δε θέλετε να ξέρετε!). Αν κάνεις το λάθος κι επιχειρήσεις να διαβάσεις τα κείμενά του, απορείς πώς γίνεται τόσα γράμματα ένα δίπλα στο άλλο να μεταφράζονται στο απόλυτο τίποτα! Κάποιες στιγμές παθαίνει αναλαμπές και γίνεται εξαιρετικός, σχεδόν ευφυής. Κρίμα που είναι τόσο λίγες. Αξιοπρεπής ίσως για δεύτερες ιστορίες και «μπαλώματα», ούτε για πλάκα για κεντρική ιστορία.

ΟΥΙΛΙΑΜ ΒΑΝ ΧΟΡΝ
Στα χνάρια του Μπαρξ, οι ιστορίες του είναι μια ατελείωτη σειρά από «γκαγκ». Ακόμη και τις στιγμές που αγγίζει τα όρια του γελοίου, δεν παύεις να χαμογελάς. Συνήθως έξυπνο χιούμορ, ευρυματικότητα και φαντασία. Το σκίτσο του σίγουρο, η γραμμή του χαρακτηριστική, ήρωες σε συνεχή κίνηση, συνεπείς με το ρυθμό της δράσης τύπου «η μία γκάφα μετά την άλλη». Το βλέμμα του Ντόναλντ ακτινοβολεί χαρακτηριστικά το μεγαλείο της ανοησίας ∙ σε κάθε καρέ διαβάζεις, μέσα στη ματιά του απροκάλυπτα, την καταστροφή που προοικονομείται στο επόμενο. Ιδιαίτερο σκίτσο που μπορεί και να μην αρέσει σε μερικούς, ωστόσο ικανοποιητικός για μικρές, «δεύτερες» ιστοριούλες.

ΝΤΑΑΝ ΓΙΠΠΕΣ
Εκπληκτικός κομίστας! Δεν είναι τυχαίο, που συχνά είνα δύσκολο να ξεχωρίσεις αν ένα καρέ είναι δικό του ή του θείου Καρλ. Σαφώς επηρεασμένος, αλλά τελικά με πλούσια προσωπικά στοιχεία, ο Γίππες καταλήγει να είναι άξιος συνεχιστής και όχι απλός μιμητής του Μπαρξ.  Για κάποιο λόγο όμως δεν έχουμε δει παρά ελάχιστες ιστορίες που να είναι αξιομνημόνευτες. Ίσως γιατί θυμίζει περισσότερο ύστερο Μπαρξ, όπου οι μικρές του ιστορίες υστερούσαν πια στη «δύναμη» που είχε νεότερος.

ΜΠΑΣ & ΜΑΟΥ ΧΕΫΜΑΝΣ
Ιδιαίτερο σκίτσο, όχι απαραίτητα συμπαθητικό. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να το κοιτάξεις πολύ περισσότερη ώρα, από τα ορνιθοσκαλίσματα του Μίλτον,  μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι σου 'ρχεται να ξεράσεις. Ωστόσο σχεδιαστικά ψιλο-συνεπείς καλλιτέχνες. Αυτό σημαίνει ότι δεν «ξεφεύγει» το χέρι τους σε προχειρότητα, αυτό που θέλουν να σχεδιάσουν αυτό σχεδιάζουν κι άμα σ' αρέσει. Απορία: ποιος αδερφός αντιγράφει ποιον;;; Συνολικά, βαρετοί και αδιάφοροι κι οι δυο τους. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας χωρίς να ξανακούσουμε γι' αυτούς και δίχως να μας λείψουν στο παραμικρό. Ούτε καν για συμπλήρωμα τεύχους.

ΦΡΕΝΤΥ ΜΙΛΤΟΝ 
Ο σχεδιαστής  που σε κάνει να εκτιμάς περισσότερο τις ζωγραφιές των παιδιών με ειδικές ανάγκες (και δεν το λέω αυτό υποτιμητικά για τα τελευταία). Μα τις χίλιες καπνιστές φάλαινες, τι διάολο γυρεύει αυτός ο τσαρλατάνος στο ΚΟΜΙΞ, αδυνατώ να καταλάβω. Μάλλον γλύφει κανά κωλαράκι κι έχει πέσει πολύ σπρώξιμο από Ντίσνεϋ. Ανόητος, ατάλαντος, απεχθής. Για ηλικίες μέχρι 3 ετών. Πώς είπατε; δε θα ξέρουν ακόμη να διαβάζουν; Ε και;

ΚΟΜΙΞ #271, Ιανουάριος 2011
"Το ράλλυ των αδίστακτων", Φρέντυ Μίλτον

ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Τυπικό καρέ. Η αγωνία του καλλιτέχνη είναι απροκάλυπτα ζωγραφισμένη στη φάτσα του κακού ήρωα: ούτε μια γραμμή δεν έχει σχεδιαστεί στη σωστή θέση! ΔΕΞΙΑ: Όπου ο Μίλτον αποκαλύπτει και γνώσεις βυζαντινής αγιογραφίας: παντελής έλλειψη προοπτικής αντίληψης! Τα κεφάλια των Χ-Λ-Ντιούη είναι σαφώς μεγαλύτερα από εκείνο του θείου τους, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται 5-6 μέτρα μακρύτερα. Ήρωες δίχως πλαστικότητα, χοντροκομμένοι και δυσανάλογοι. Η καλλιτεχνική φτώχεια στο μεγαλείο της, μοιρασμένη άφθονα σε όλο το εύρος των 12 σελίδων της ιστορίας.
ΚΟΜΙΞ #272, Φεβρουάριος 2011
"Στοίχημα εκατομμυριούχων", Φρέντυ Μίλτον 

ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Ουπς! Ξέχασα να ζωγραφίσω ένα σκαλοπάτι, μονολογεί ο κατ΄ εξακολούθηση άτυχος Μίλτον! Ευτυχώς, που υπάρχει το προηγούμενο να καταλάβει ο κόσμος ότι πρόκειται για σκάλα και όχι για... ξυλοπόδαρα. Την επόμενη φορά ελπίζουμε επιπλέον να καταφέρει να σχεδιάζει πόδια, που να φαίνονται ότι όντως πατάνε σε μια σκάλα και δεν αιωρούνται απλά μπροστά της. ΔΕΞΙΑ: Όπου για όσους δεν κατάλαβαν, η μουτζούρα που μοιάζει με χυμένο μελάνι, δεν είναι παρά μεταμφίεση γενειάδας ή φαβορίτα τύπου Κόκοτα (τουλάχιστον έτσι αντιλαμβάνεται τα πράγματα η αρρωστημένη φαντασία του σχεδιαστή).
Υστερόγραφο

Πού είναι λοιπόν όλοι αυτοί που αγαπήσαμε και απομείναμε με του μετρίους; Πού είναι λοιπόν ο Romano Scarpa με τα πολλά πρόσωπα (που τιμήθηκε για λίγα ΚΟΜΙΞ, αλλά κατόπιν αγνοήθηκε επιδεικτικά), ο Giorgio Cavazzano που με το δυναμικό, χορταστικό του σχέδιο γέμιζε επάξια τα καρέ του μεγάλου Μίκυ, ο Luciano Bottaro με την καθαρή γραμμή και το ιδιόρρυθμο χιούμορ, που «προτιμούσε» τις σελίδες του κλασικού Μίκυ, η Adriana Cristina με τις χαριτωμένες ιστοριούλες και τις εκφραστικές της πάπιες, ο Corrado Mastantuono (μεταγενέστερα) με την υπερβολική του καρικατούρα, κι ένα σωρό άλλοι Ιταλοί ή άλλων εθνικοτήτων σχεδιαστές, καλλιτέχνες που αγαπήσαμε δίχως τότε να τους γνωρίζουμε, που μαζί τους μεγαλώσαμε και οι οποίοι κέρδισαν επάξια τα πρωτεία; Οι οποίοι κατοχύρωσαν, λέγω, μια θέση στην καρδιά μας γιατί δε βαριόντουσαν όταν κρατούσαν το μολύβι, γιατί ένιωθες ότι σε σέβονταν ως αναγνώστη, γιατί οι περιπέτειές τους ήταν όσο ισορροπημένες χρειαζόταν ώστε να διαβάζονται με την ίδια απόλαυση από μικρούς και μεγάλους εξίσου. Σαλαμαλέκουμ!


2 σχόλια:

  1. Συμφωνω εμ τα περισσοτερα απο οσα εγραψες...(ελπιζω να μην μπηκες στον κοπο να το στειλεις και στον εκδοτη γιατι στραφι θα πανε τα χαμενα kb του email σου). Εκει που θα διαφωνησω ειναι στο Μαρκο Ροτα. Σωστα οσα εγραψες, αλλα με μια διευκρινιση: αντιστοιχουν στις ιστοριες του κυριως απο το 2000 και εξης, στο φορμα των 12-15 σελιδων.Οι παλιες ιστοριες του Ροτα οπως το Ωκεανειο Θησαυροφυλακειο, ο Ηρωικος κατοικος των Προαστιων και τοσες αλλες (πολλες ειχαν μπει και στο Μεγαλο Μικυ) ηταν πολυσελιδες, χορταστικες και επικες και στεκονται επαξια διπλα σε ιστοριες του Μπαρκς και του Ροσα. Ειναι δυστυχημα το γεγονος οτι οι παλιες αυτες ιστοριες, δεκαδες απο τις οποιες αδημοσιευτες στο Κομιξ αγνοουνται επιδεικτικα ενω προτιμουν να μας σερβιρουν τις πολυ προσφατες, απλοικα χαζες και παιδικες ιστοριες τους. Κριμα, γιατι το Κομιξ ηταν μια εκδοση μοναδικη στα παγκοσμιο εκδοτικο ντισνευ στερεωμα και πλεον εχει ξεπεσει βαθυτατα. Κριμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φίλε Κώστα, έχεις απόλυτο δίκιο! Άφησα να με παρασύρει το γενικότερο μένος κι έτσι μαζί με τα ξερά έκαψα και μερικά χλωρά. Δυστυχώς, όμως, απ' το 2012 και μετά σταμάτησα πια ν' αγοράζω το ΚΟΜΙΞ. Και λέω, δυστυχώς, γιατί ενώ από τη μία στεναχωριέμαι που η συλλογή μου έμεινε πια ανάπηρη, από την άλλη κατά ένα παράδοξο τρόπο δε μου λείπει πια. Κι αυτό είναι το πιο λυπηρό! Οι πιο όμορφες προσπάθειες στην Ελλάδα, μάλλον είναι καταδικασμένες κάποτε να εκφυλίζονται με τον χειρότερο τρόπο ή να σταματούν (δεν ξέρω πόσο χρονών είσαι, ωστόσο, αν θυμάσαι το ίδιο είχε γίνει κάποτε και με το ΓΑΙΟΡΑΜΑ-EXPERIMENT, περιοδικό μοναδικής ποιότητας). Ευτυχώς, στο ΚΟΜΙΞ ο εκφυλισμός άργησε κατά πολύ. Σ' ευχαριστώ που έλαβες τον κόπο να σχολιάσεις. Βλέπω πως δεν είμαι κανάς τρελός, αλλά υπάρχουν κι άλλοι που μοιράζονται τα ίδια συναισθήματα. Ξανά δυστυχώς, πάντως, διανύουμε μια περίοδο που ο εκφυλισμός του ΚΟΜΙΞ - και του κάθε ΚΟΜΙΞ - είναι εκείνο που μας απασχολεί πλέον λιγότερο. Να 'σαι καλά φίλε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή