Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

Η αρθρογραφία της αθλιότητας και η αθλιότητα της αρθρογραφίας (Μέρος 3ο)

Από το «Επταήμερου του Διόδωρου», ΒΗΜΑ της Κυριακής, 3 Ιουλίου 2011

Κυψελιώτες σε σύσκεψη.
Τι να πρωτογράψει κανείς από τις ασυναρτησίες, που διαβάζει πάλι εδώ. Δεν υποννοώ την ανοησία του αρθρογράφου, σε καμία περίπτωση, καθώς μπορεί κάλλιστα να πρόκειται περί ενός ανθρώπου ευφυεστάτου, ο οποίος όμως για διάφορους λόγους αρνήθηκε ή αδυνάτισε να χρησιμοποιήσει τον ορθό λόγο στο άρθρο του. Για του λόγου το αληθές, λοιπόν, παραθέτω στη συνέχεια διάφορα επίμαχα αποσπάσματα :

«Πώς να μην πέσουμε, όταν στη χώρα της άκρατης βίας και του καταστροφικού  παραλογισμού αποκαλείται φασισμός το να εμποδίζει η Αστυνομία τους πολίτες να πάνε στην πλατεία Συντάγματος και ειρηνική εκδήλωση το να εμποδίζει το πλήθος τους βουλευτές να πάνε στη Βουλή να ψηφίσουν; Οι «Αγανακτισμένοι» είναι δημοκράτες, η κυβέρνηση που με την Αστυνομία υπερασπίζεται το Κοινοβούλιο είναι χούντα».

Αμέσως, επί της ουσίας:

α)      Από ποια στοιχεία ακριβώς συγκροτείται η εντύπωση ότι η «άκρατη βία» και ο «καταστροφικός παραλογισμός» χαρακτηρίζει τη χώρα μας, ως σύνολο; Κι αν από τη μία είναι κατανοητό να συγχωρήσουμε στον γράφοντα μια κάποια συναισθηματική φόρτιση (ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω), ωστόσο δε μπορούμε να του συγχωρήσουμε την εθελοτυφλία: ποιοι θεωρεί, κατά τη γνώμη του, ότι είναι οι κύριοι εκφραστές αυτής της άκρατης βίας και του παραλογισμού; Γιατί, κατά πώς φαίνεται από τα παρακάτω, στην απόδοση των ευθυνών γέρνει σαν αυτόν τον Πύργο της Πίζας.

β)      Ο «φασισμός» και η «ειρηνική εκδήλωση» προφανώς και δεν αναφέρονται στην ενέργεια καθαυτή, που και στις δύο περιπτώσεις είναι η παρακώλυση της προσέλευσης. Αν το μυαλό του αρθρογράφου αδυνατεί, να το τονώσουμε με μικρές δόσεις υποψίας: αναρωτήθηκε, άραγε, στο παραμικρό αν οι μεν και οι δε χρησιμοποιούν τα ίδια μέσα παρακώλυσης; Είναι το ίδιο ένα ανθρώπινο τείχος ή ένα γιαούρτι, με το δακρυγόνο, την κλωτσοπατινάδα, τις συλλήψεις, τους συλλήβδην εξευτελισμούς; Η σκυτάλη της σκέψης δική σας. Η πλάστιγγα γέρνει όντως, τελικά όμως απ’ την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που θα ευχόταν ο συγγραφεύς.

γ)      Οι Αγανακτισμένοι (χωρίς « », βλ. Μέρος 1ο, πλατεία με «πλατεία») είναι αναμφισβήτητα περισσότερο δημοκράτες, στο βαθμό που κάθε θέση τους – καλή ή κακή – στηρίζεται σε ψηφοφορία, σε αντίθεση φυσικά με την Αστυνομία, η οποία απλά ακολουθεί εντολές. Δρα δηλαδή άβουλα, δίχως ηθικούς ή άλλους ενδοιασμούς, όπως ακριβώς ένα στρατιωτάκι ή, συνεκδοχικά, όπως ο ιδανικός πολίτης μιας στρατιωτικής κυβέρνησης. Για τους «Αγανακτισμένους» (το σύνολο δηλαδή των διαμαρτυρόμενων κι όχι απλά της Λαϊκής Συνέλευσης) μπορώ, ωστόσο, να δεχτώ ότι δεν υπάρχει δομημένη συμπεριφορά και δράση.

δ)     Οφείλει, επιπλέον, να ξεκαθαριστεί το εξής (ο χώρος είναι υπαραρκετός, καθώς στο συγκεκριμένο αρθρογράφο παρέχεται σχεδόν ολόκληρη η σελίδα): όταν λέμε ότι η Αστυνομία υπερασπίζεται το Κοινοβούλιο, τι ακριβώς είναι αυτό που εννοούμε ότι υπερασπίζεται; Γιατί ακούγονται σα λόγια του αέρα όλα ετούτα.

         Και για να κλείσουμε: το λαό ή έστω τις υποομάδες του εκείνες που πρωτίστως βάλλονται απ’ την κάθε κρατική αυθαιρεσία ποιος υποτίθεται ότι τον υπερασπίζεται; Γιατί αν αυτούς δεν τους υπερασπίζεται η Αστυνομία, αλλά η Δικαστική εξουσία, τότε η ίδια να υπερασπιστεί και το Κοινοβούλιο (αντί δηλαδή της Αστυνομίας). Αν πάλι πρέπει να υπερασπίζεται κι αυτούς οι Αστυνομία, τότε μάλλον μπλέξαμε τα μπούτια μας.

« [...] η πικρή αλήθεια είναι ότι οι φιλήσυχοι διαδηλωτές αγαλλιούν όταν μερικές εκατοντάδες συνοδοιπόροι τους καίνε, σπάζουν, καταστρέφουν».

Αυτό κι αν είναι ο ορισμός της προπαγάνδας! Η πικρή αλήθεια είναι ότι ο νομιμόφρων αρθρογράφος, πιθανότατα, θα αγαλίαζε και μόνο με την ιδέα έλευσης μιας χούντας, εφόσον θα μπορούσε πλεόν να μιλάει ελεύθερα κι έξω απ’ τα δόντια, αντί όλων ετούτων των νερόβραστων επιφάσεων ευθιξίας και συγκίνησης, που επιβάλλει ο καθωσπρεπισμός.

Προφανώς, ο Διόδωρος ο Κυψελιώτης δεν έχει ιδέα απ’ τις διάφορες ποιότητες των ανθρώπων που απαρτίζουν τις συνελεύσεις, τις συγκεντρώσεις και τις πορείες. Επίσης, δεν έχει ιδέα απ’ τις συζητήσεις που απασχολούν τον κόσμο στους δρόμους, στις πλατείες ή στα forums του διαδικτύου. Γενικά δεν φαίνεται να έχει ιδέα και από πολλά, παρά σφραγισμένος φαίνεται στο καβούκι του αναμασάει τα σωθικά του: τις ταμπελίτσες, τις ετικετούλες, τα σκουπίδια δηλαδή με τα οποία είχε μάθει να παπαγαλίζει τις απόψεις του. Αλλά – δίχως να αυταπατώμαστε ότι δεν υπάρχουν «μπαχαλάκηδες» – όφειλε να παραδεχτεί, αν ήταν τίμιος κι ειλικρινής συνομιλητής και αρθρογράφος, ότι οι φιλήσυχοι διαδηλωτές ΔΕΝ αγαλλιούν κάθε φορά που ένα μεγάλο μέρος του κέντρου απομένει σαν καμένο πεδίο μάχης, δεν συμβάλουν και δεν επικροτούν τις δίχως λόγο καταστροφές, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Φυσικά, για να το αντιληφθεί αυτό κανείς θα έπρεπε να «ξοδέψει» λίγες ώρες απ’ τη ζωή του, μακριά απ’ την εφημερίδα ή την τηλεόρασή του και να συναναστραφεί περισσότερο τον κόσμο στους δρόμους.

«Σήμερα, επειδή κάποιοι ακροδεξιοί που απειλούνταν με λιντσάρισμα από τους αναρχοφασίστες (και έτσι ξεκίνησαν τα επεισόδια της Τρίτης) ζήτησαν την προστασία της Αστυνομίας, όλοι κραυγάζουν ξανά «ιδού η απόδειξη ότι τις καταστροφές τις οργανώνει το παρακράτος!».

Κλασικό κόλπο της διαλεκτικής: πέρνεις ένα μεμονωμένο περιστατικό, το υποβαθμίζεις μια στάλα στα μέτρα που συμφέρουν την επιχειρηματολογία σου και κατόπιν κατηγορείς το συνομιλητή σου ότι γιγαντώνει τις σημασίες και γενικεύει τα συμπεράσματα. Ωστόσο, θεωρώ ότι οι εξοργισμένοι επικριτές δεν περίμεναν από αυτό το περιστατικό μονάχα για να βγάλουν τα συμπεράσματά τους (δε συνυπολογίζω σε αυτούς τα τηλεοπτικά κανάλια που εφορμούν απλά σα πεινασμένα κοράκια οπουδήποτε ξεδιακρίνουν λίγες ωμές σάρκες). Υπάρχει ένα κατάφορτο και βεβαρυμένο ποινικό μητρώο, που αφορά στις δράσεις των αστυνομικών οργάνων εδώ και αρκετά χρόνια. Ο κόσμος δε σχημάτισε άποψη μόλις χθες, αλλά σχηματίζει μέσα από μια συνεχή διαδικασία απογοητεύσεων, που τραβάει καιρό.

Επιπλέον, να τονίσουμε ότι το συμβάν εσκεμμένα υποβαθμίζεται απ’ τον αρθρογράφο. Η περίθαλψη ακροδεξιών που απειλούνται με λιντσάρισμα, δεν ήταν απλά μια αυθόρμητη πράξη υπεράσπισης αθώων πολιτών, όπως το ηθικό χρέος επιτάσσει στον κάθε αστυνομικό. Διαφορετικά θα έπρεπε να είναι εξίσου οικεία και η εικόνα αστυνομικών να προστατεύουν και να υπερασπίζονται φιλήσυχους διαδηλωτές, καταδιωγμένους πρόσφυγες και μετανάστες, ηλικιωμένους και γυναικόπαιδα. Αντιθέτως, μας είναι οικείες οι ακριβώς αντίθετες εικόνες, με σταθερά κυρίαρχη τη συμπαράσταση στα ακροδεξιά στοιχεία. Τέτοια αγαθοσύνη πια;

«Η πλειοψηφία δεν μισεί την Αστυνομία επειδή θυμάται τα βασανιστήρια στην Ασφάλεια επί χούντας. Τους μισεί γιατί εκφράζουν την έννοια της τάξης: δεν αντέχει την έννοια της τάξης που θα την υποχρέωνε να περιορίσει την αυθαιρεσία της η πλειοψηφία. Χώρα που είναι γεμάτη αυθαίρετα κτίσματα, παράνομες χωματερές, παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, παράνομα κέντρα στις παραλίες, [...], είναι δυνατόν τέτοια χώρα να μη θεωρεί την τάξη τον μεγαλύτερο εχθρό της;».

Τι κοτσάνα διαβάζουμε πάλι εδώ; Κοτσάνα πακέτο με τη ρίζα και τα μπουμπούκια μαζί. Εδώ φαίνεται για μια ακόμη φορά η παντελής έλλειψη ιδίας άποψης και εικόνας, η παντελής μωρία και η παντελής λογική αυθαιρεσία. Αντί για Διόδωρος ο Κυψελιώτης θα μπορούσες να λέγεσαι και Διόδωρος ο Παντελής. Και εξηγούμαι:

α)     Δε γνωρίζω ποιο έτος της ηλικίας του διάγει ο αγαπητός αρθρογράφος, ωστόσο θα αρκούσε να κατέβει μία και μόνο φορά στην πλατεία Συντάγματος, για να διαπιστώσει απ’ τα χαμόγελα των εφήβων, των νέων και των φοιτητών, πως οι γενιές έχουν κάπως αλλάξει από τότε. Φυσικά και δεν είναι οι μνήμες της Ασφάλειας ο λόγος που η πλειοψηφία μισεί την Αστυνομία, αφού το συντριπτικό ποσοστό όσων ακατάπαυστα αντιδρούν και αγωνίζονται σήμερα, είτε δεν είχε ακόμη γεννηθεί, είτε βρισκόταν τότε στα γεννοφάσκια του. Μιλάω πάντα για την πλειοψηφία όσων τραβιούνται στους δρόμους. Αν μετά απ' ό,τι έχει συμβεί μέχρι σήμερα, ο αρθρογράφος δεν έχει πάρει πρέφα γιατί μπορεί κανείς να μισεί τους αστυνομικούς στους χαλεπούς ετούτους καιρούς, τότε είναι άξιος της μοίρας, αλλά και της... νοημοσύνης του.

β)     Τώρα, για την... πλειοψηφία των υπόλοιπων δεν ξέρω, αλλά – επειδή είναι ευρέως διαδεδομένη σα θέση, την παραθέτω προς συζήτηση – η γενιά εκείνη που έχει όντως μνήμες απ’ τα γεγονότα της χούντας, δηλαδή η γενιά του Πολυτεχνείου που λέμε, είναι ακριβώς η γενιά που σήμερα μας κυβερνάει. Είναι ακριβώς η γενιά που γέμισε όλη την Ελλάδα με αυθαίρετα, είναι η ίδια γενιά που παρκάρει όπου λάχει, είναι εκείνοι που βόλεψαν την κωλλάρα τους με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Αλλά αυτοί αγαπητέ Διόδωρε κάθε άλλο παρά μισούν την Αστυνομία και την «τάξη», που τόσο εξυμνείς. Αυτούς προστατεύει η Αστυνομία.

γ)    Κι ένα θέμα για την αποσαφήνιση των εννοιών: τι σημαίνει «αυθαιρεσία της πλειοψηφίας». Θεωρείται, ναι ή όχι, επιστέγασμα ενός δημοκρατικού πολιτεύματος η κατοχύρωση και υπεράσπιση της βούλησης της πλειοψηφίας; Γιατί συμβαίνει ετούτο: αν η δράση της πλειοψηφίας (λαός) φαίνεται να αντιβαίνει στη δράση της μειοψηφίας (κυβέρνηση), τότε θα πρέπει προφανέστατα να αποδεχτούμε την ύπαρξη δημοκρατικού έλλειματος. Αυτό το έλλειμα, πού σας φαίνεται λογικότερο να το πιστώσουμε ως «αυθαιρεσία»: στη δράση της πλειοψηφίας ή σ’ εκείνη της μειοψηφίας; Αφήνεται ως άσκηση για το σπίτι...

« [...] αλλά η Αστυνομία συμβολίζει την τάξη, θάνατος στην Αστυνομία λοιπόν».

Όπως έχω ξαναγράψει: η Αστυνομία από μόνη της δε συμβολίζει τίποτα! Τι συμβολίζει το κατσαβίδι, τι συμβολίζει η ένεση, η ατομική βόμβα; Όλα ετούτα είναι απλά εργαλεία / μέσα / όργανα και το μόνο που μπορούν να συμβολίσουν δεν είναι μια Ιδέα καθαυτή, αλλά τον τρόπο χρήσης, έκφρασης ή επίτευξης μιας Ιδέας. Υπό την έννοια αυτή, η Αστυνομία δε χρησιμοποιείται ως «μέσο τάξης», καθώς η έκφραση δεν υποδηλώνει με τι τρόπο επιτυγχάνεται η τάξη αυτή. Χρησιμοποιείται όμως ως «μέσο επιβολής τάξης». Κι επειδή όταν κάτι επιβάλλεται δεν επιβάλλεται προφανώς με ευχάριστο τρόπο, τότε συνεκδοχικά μπορούμε να αποφανθούμε ότι η Αστυνομία συμβολίζει τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλεται η τάξη, δηλαδή τη ΒΙΑ. Εκτός κι αν έχετε στο μυαλό σας, κάποια άλλη μορφή πειθούς που χρησιμοποιείται απ’ την Αστυνομία, όπως πχ. επιχειρηματολογία, κίνητρα, ανταμοιβή κτλ. Η «πειθώ» δεν είναι παρά μια επιδίωξη, μια λευκή επιταγή. Ο καθένας μπορεί να γράψει επάνω της ό,τι επιθυμεί, ωστόσο το τι θα εισπράξει είναι άλλο ζήτημα. Έτσι η πειθώ, εξ’ ορισμού ως έννοια, υπονοεί και την αποτυχία της. Τι θα συνέβαινε όμως, για παράδειγμα, αν ένας αστυνομικός αποτύγχανε να πείσει ένα πολίτη που επιχειρούσε να κλέψει μια τράπεζα; θ’ απομακρυνόταν απλά απογοητευμένος;

Η τάξη δεν συμβολίζεται από έναν ή περισσότερους Θεσμούς, έτσι απονεκρωμένα. Η τάξη συμβολίζεται από τον τρόπο που οι Θεσμοί λειτουργούν. Κατά την ίδια λογική, ούτε κι αυτοί οι Νόμοι συμβολίζουν την τάξη – όσο δίκαια κι αν αυτοί έχουν θεσπιστεί – παρά ο τρόπος που αυτοί εφαρμόζονται και τηρούνται από τους πολίτες. Με απλά λόγια, η τάξη συμβολίζεται από τις πράξεις των ανθρώπων και όχι από αντικείμενα αφηρημένα ή άψυχα. Η τάξη εκφράζεται στον τρόπο που οι πολιτικοί πρώτοι σέβονται και τηρούν τη νομιμότητα, στον τρόπο που οι δικαστικοί εφαρμόζουν το πνεύμα και όχι το γράμμα του Νόμου, στον τρόπο που συνδιαλέγονται οι πολίτες καθημερινά είτε με το Κράτος, είτε μεταξύ τους.

Γίνεται έτσι αντιληπτό ότι το πλέον εκφραστικό σύμβολο της τάξης μιας κοινωνίας είναι η ίδια η ευσυνειδησία και η ωριμότητα των πολιτών. Εκεί δηλαδή που ο ρόλος της Αστυνομίας είναι όσο το δυνατόν πιο περιορισμένος γίνεται. Τελικά, η Αστυνομία – αν χρειάζεται σώνει και καλά να αναγνωρίσουμε στο πρόσωπό της ένα κάποιο σύμβολισμό –  λειτουργεί επιτυχέστερα σαν ένα αντεστραμμένο σύμβολο της τάξης ∙ με άλλα λόγια περισσότερο σαν ένα μέτρο της αταξίας, παρά σαν ένας δείκτης της τάξης. Καθότι, όσο περισσότερο «επιτακτική» γίνεται η παρουσία της, τόσο μεγαλύτερο και το χάος που επικρατεί (ή, σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία, τόσο μεγαλύτερο και το χάος που προκαλείται από αυτή την ίδια).

Αν, λοιπόν, υπάρχει κάτι που συμβολίζεται λιγότερο απ’ την Αστυνομία, τότε αυτό δε μπορεί παρά να είναι η τάξη. Από πού τώρα αντλεί του συνειρμούς του ο αρθρογράφος, μάλλον δεν καταδέχεται να το μοιραστεί μαζί μας, μέσα στην τόση του πολυλογία. Τώρα, το «θάνατος στην Αστυνομία» – με το άλφα κεφαλαίο, δηλαδή στο Θεσμό και όχι σε κανά κακομοίρη αστυνομικό – δεν είναι δα και τόσο τραγικό όσο ακούγεται. Θάνατος στην μορφή της Αστυνομίας, με το πρωτόγωνο και αγροίκο πρόσωπο που εκφράζεται σήμερα, και αναγέννησή της σε νέες βάσεις. Να τολμήσω μια πρόταση; Αποδέσμευση της Αστυνομίας απ’ το Κράτος, ανάθεση και διαχείρηση της αστυνομικής δύναμης και δράσης από όργανα πολιτών. Θέλετε να τα πείτε λαϊκές συνέλευσεις, θέλετε να τα πείτε λαϊκές επιτροπές, πείτε τα όπως θέλετε, αρκεί πλέον η Αστυνομία να κατευθύνεται από αυτούς τους ίδιους τους πολίτες, ώστε τελικά και να υπερασπίζεται τους νόμιμους δικαιούχους και χρήζοντες υπεράσπισης.
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου