Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Η πειρατεία πέθανε, ζήτω η πειρατεία...

(Το άρθρο αυτό έχει γραφτεί πριν κανα-δυο χρόνια, σε κάποιο σημείωμα του facebook. Το παραθέτω εδώ σαν αφορμή να επεκτείνω ή να διορθώσω σκέψεις και ιδέες, σε κατοπινή ανάρτηση).

Για τα πνευματικά δικαιώματα πολλά έχουν ειπωθεί τελευταία. Σε λίγο θα ζητάνε και τα ρέστα, αν κανείς έχει εκπληκτική μνήμη και μπορεί να ανασυνθέσει ένα μουσικό κομμάτι στη σκέψη του ή το σιγο–σφυρίζει στο γραφείο του. Φαντάζεστε τον Παπαμιχαήλ να κατεβαίνει απ’ τη σκαλωσιά για να πληρώσει δικαιώματα στον Ξαρχάκο; Αν η προστασία της πνευματικότητας είναι προστασία του καλλιτέχνη ή της δισκογραφικής, είναι ένα ζήτημα που το έχουμε κάνει πια νιανιά και όλοι καταλαβαινόμαστε τι συμβαίνει. Επίσης, όσον αφορά στο ύψος της ζημίας που θέλουν να μας παρουσιάζουν οι εταιρείες οδυρόμενες, θεωρώ ότι κι αυτό είναι εικονικό κι υπερ–διογκωμένο. Το σωστό δε θα ήταν να ανακριθεί κανείς για τον όγκο των μουσικών αρχείων (ή ταινιών) τα οποία απέκτησε παρανόμως, αλλά να ερωτηθεί αν και πόσα από αυτά θα αγόραζε στην πραγματικότητα, αν δεν υπήρχε η πειρατεία. Είμαι σίγουρος ότι τότε θα μπορούσε να προσαχθεί στη δικαιοσύνη μονάχα για ένα απειρο–ελάχιστο κλάσμα των κλοπιμαίων.

Τυπικός πειρατής (δεξιά) και το αντιγραφικό του.
Εκτός αυτού, η ποιότητα των έργων τέχνης – αυτών που έχουν αθέμιτα περιέλθει στα χέρια μας – είναι συνήθως (με όρους μεγέθους σε bytes) πολύ χαμηλότερη του ενός τρίτου της κανονικής. Να υποθέσω ότι το να συλληφθεί κλέβοντας κανείς μια αφίσα της Μόνα Λίζας είναι σαφώς ελαφρύτερο αμάρτημα απ’ το να κλέψει τον ίδιο τον πίνακα. Αν και η αναλογία είναι σαφώς ατυχής, ωστόσο υποδεικνύει ότι η διαχείριση και κοστολόγηση καλλιτεχνικών έργων (ή αντιγράφων τους) έχει άμεση σχέση και με την προσφερόμενη ποιότητά τους. Μάλιστα, για πολλές κόπιες ταινιών που κυκλοφορούν πριν από την ίδια την ταινία (ή ταυτόχρονα με αυτή) η ποιότητα είναι τόσο ευτελής, που θα τολμούσα να προτείνω στις εταιρείες παραγωγής να επιβραβεύουν, αντί να τιμωρούν, όσους υποβλήθηκαν σε αυτήν την απάνθρωπη διαδικασία παρακολούθησής τους.

Τα επιχειρήματα περί πνευματικών δικαιωμάτων, τουλάχιστον για μένα, δεν είναι αυτονόητα αλλά γεμάτα αγκάθια και χωράνε πολύ συζήτηση. Το να προβάλλω ή να υπενθυμίζω τους δημιουργούς κάθε φορά που μοιράζομαι ένα βιβλίο, ένα τραγούδι, μια ταινία κλπ, το να μην ιδιοποιούμαι και παρουσιάζω για δικές μου συλλήψεις και εμπνεύσεις άλλων, είναι θεμιτό και περισσότερο προφανές, απ’ το να πρέπει να τους αποτίνω και άλλους φόρους πέρα από φόρους τιμής. Τέλος πάντων, τα είπα όλα ετούτα με αφορμή, να θίξω ένα άλλο ζήτημα, για το οποίο παραδόξως δεν έχω ακούσει κουβέντα, αν και σε μένα φαντάζει να είναι ζωτικής σημασίας.

Το θέμα είναι λοιπόν όταν αγοράζει κανείς, για παράδειγμα, ένα cd μουσικής τι ακριβώς αγοράζει; Γιατί ως προς τις απαγορεύσεις οι εταιρείες έχουν κάνει πολύ καλή δουλειά στο να μας διασαφηνίσουν τι είναι τιμωρητέο, αξιόποινο κι ανήθικο. Ωστόσο, ως προς το τι επιτρέπεται, ποια δηλαδή είναι τα δικαιώματα του καταναλωτή – γιατί κι από αυτά υπάρχουν φαντάζομαι – υπάρχει νεφελώδες τοπίο. Το πιο αυτονόητο είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι αγοράζει κανείς δύο δικαιώματα: το ένα είναι το δικαίωμα να απολαμβάνει κατ’ ιδίαν μια συγκεκριμένη εκτέλεση, το δεύτερο το δικαίωμα να την απολαμβάνει μέσω του συγκεκριμένου υλικού στο οποίο διατίθεται. Θεωρώ ότι το πρώτο δικαίωμα είναι ισόβιο κι αναφαίρετο, το δεύτερο φθείρεται, ανανεώνεται, αντικαθίσταται. Το πρώτο θα πρέπει να πληρώνεται άπαξ (για την ίδια πάντα εκτέλεση), το δεύτερο κάθε φορά που αυτό είναι αναγκαίο πχ. μετάβαση από δίσκους βινυλίου σε ψηφιακά δισκάκια κλπ. Συνεπώς, στη δεύτερη περίπτωση το μόνο που χρειάζεται κανείς να πληρώνει δεν είναι παρά το ελάχιστο κόστος του υλικού μέσου, της νέας επεξεργασίας, άντε και μια τυπική υπεραξία, να ευλογήσουμε και τα καπιταλιστικά μας γένια. Η προμήθεια όμως και διάθεση μουσικών αρχείων, μέσω διαδικτύου, από όσους και προς όσους έχουν ήδη αποκτήσει τα δικαιώματα ακρόασης τους θα έπρεπε να είναι ελεύθερη, απρόσκοπτη και αδιαμφισβήτητη, εφόσον εξαλείφεται ακόμη και αυτό το υλικό κόστος.

Θα μου πείτε γιατί να το κάνει αυτό κανείς; Γιατί να κατεβάσει κομμάτια που ήδη έχει; Γιατί, πολύ απλά, είναι πολύ ευκολότερο απ’ το να κάτσεις και να ψηφιοποιήσεις όλα τα παλιά και φθαρμένα 45άρια, βινύλια και κασέτες. Γιατί μπορεί να έχεις δανείσει δίσκους κι αγύριστους, γιατί μπορεί να σου κάηκε το σπίτι και όλα τα υπάρχοντα, για χίλιους και δύο λόγους που μπορεί να φανταστεί κανείς και αφορούν σε φθορά ή αδυναμία των υλικών μέσων να αναπαραχθούν. Επίσης δε θα χρειάζεται, κάθε φορά που η πάσα μία Sony αποφασίζει να γεμίσει την οικουμένη με νέα αποθηκευτικά μέσα, να απαιτείται από όλους εμάς να ξανα–πληρώνουμε πνευματικά δικαιώματα ακρόασης, τα οποία ούτως ή άλλως είχαμε!

Το πνευματικό ανήκει σε ένα χώρο που δεν μπορεί να περιχαρακωθεί με αμιγώς υλικούς και οικονομικούς όρους. Όταν μοιράζεσαι μια καλλιτεχνική δημιουργία, όταν ριζώνει στη ψυχή σου κι αποκτάς μαζί της άρρηκτους συναισθηματικούς δεσμούς (ένα τραγούδι, μια ταινία, ένας πίνακας), κατά κάποιον τρόπο γίνεται και δικό σου «κτήμα». Καθώς αλλάζει και μεταμορφώνεται μέσα από την προσωπική μας αντιληπτικότητα και προσωπικότητα, αποκτά μια δεύτερη διάσταση διαφορετική συχνά απ’ τη διάσταση και τις προθέσεις των δημιουργών, εξίσου όμως υπαρκτή. Πού σταματάει όμως το πνευματικό του δημιουργού και πού ξεκινάει το πνευματικό το δικό μου; Η κατάτμηση των κοινωνίας των ανθρώπων σε προϊόντα εξαγοράσιμα, υποβαθμίζει τόσο τα ίδια τα «προϊόντα» αλλά κυρίως εμάς τους ανθρώπους. Αν οι ιδέες, οι ήχοι, οι εικόνες διακινούνται ελεύθερα σαν κοινή μας κληρονομιά, η έξαρση της δημιουργικότητας, της καλλιέργειας και της εμπειρίας μας θα είναι η μέγιστη δυνατή και μόνο κακό δε μου ακούγεται αυτό. Θα πρέπει να βρεθούν άλλοι τρόποι να προστατεύσουμε τους καλλιτέχνες μας στο βιοπορισμό τους, λιγότερο άγαρμποι, λεπτότεροι και αντάξιοι της προσφοράς τους. Σε καμία περίπτωση όμως δε θα πρέπει πληρώνουμε από την τσέπη μας τα υπερφίαλα εκτρώματα των δισεκατομμυρίων, τύπου Μαντόνας, Μάικλ Τζάκσον και του λοιπού θιάσου της υπερβολής.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου