Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Ο κλέφτης και ο ψεύτης...


Authentic copyright.
Για να τελειώνουμε μ’ αυτήν την ιστορία: ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ότι ο δημιουργός / συν-δημιουργοί και οι εταιρείες παραγωγής και διακίνησης κάπως θα πρέπει να επιβιώσουν, άρα θεμελιώνεται ένα καταρχήν ηθικό δικαίωμα οικονομικής απόδοσης απ’ τη διαχείρηση των έργων τους. Φαντάζομαι ότι κανείς μας δεν πρέπει να έχει αντίρρηση σε αυτό, είτε «νομιμόφρων», είτε «πειρατής». Αλλά διερωτώμαι: γιατί αποτελεί ηθικό ζήτημα η οικονομική απολαβή ενός δημιουργού αλλά όχι το ύψος της απολαβής αυτής; Ας μη μπλεχτούμε στους λαβύρινθους μιας συζήτησης περί καπιταλιστικού συστήματος , αν και το τελευταίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα της κουβέντας μας. Θα σας ρωτήσω απλά και σταράτα: πάνω σε ποιαν ηθική βάση στηρίζεται - αν όχι ο έκλυτος – ο υπερπολυτελής τουλάχιστον βίος της πλειοψηφίας των επώνυμων καλλιτεχνών και παραγωγών, μείζονων και ήσσονων εξίσου; Γιατί δε μπορεί να είναι ηθικό μονάχα ό,τι μας συμφέρει!

«Εξ’ ορισμού» σχεδόν, εκλαμβάνουμε ως δεδομένη την παραδοχή ότι ένας επώνυμος τραγουδιστής, ηθοποιός, συγγραφέας ή κάτι άλλο θα πρέπει να χέζεται στο τάλαρο. Από πού προκύπτει αυτό; Γιατί αυτή η πρώην κακομοίρα J. K. Rowling (συγγραφέας του Harry Potter) θα πρέπει σώνει και καλά να περάσει απ’ το ένα άκρο στο άλλο: απ’ την πλήρη ένδοια στην 144η θέση του πλουσιότερου ανθρώπου στη Βρετανία; Η πιθανότητα να διεκδικήσει απλά μια άνετη και δίχως οικονομικό άγχος ζωή δεν παίζει καθόλου ή θεωρείται αδικία; Αδικία σε σχέση με τι; Με την αξία του έργου της ή (μάλλον) με την αξία της διαφημιστικής προβολής και της εμπορικής εκμετάλλευσης, δηλαδή παράγοντες άσχετους με το έργο καθαυτό;

Τι περισσότερο προσφέρουν όλοι αυτοί στον κόσμο από το φούρναρη, το χτίστη, τη νοσοκόμα, την οδοκαθαρίστρια; Πρόσφερε η Χάρις Αλεξίου (παρ’ όλη την αγάπη που χαίρει εκ μέρους μου) κάτι περισσότερο στην κοινωνία απ’ τον άσημο, ειδικευόμενο γιατρουδάκο, που φορτωμένος εκατοντάδες εφημερίες στις πλάτες του και άμισθος για μήνες, αποδέκτης γκρίνιας και απαξίωσης, συνεχίζει παρ’ όλα αυτά; Χάρη στον δεύτερο, εγώ προσωπικά τουλάχιστον, εξακολουθώ να έχω τη χαρά και τη δυνατότητα να ακροάζομαι την πρώτη. Στην αντίστροφη περίπτωση απλά θα είχα πεθάνει πριν από δέκα χρόνια και η φωνή της Αλεξίου θα μου έσπαγε κυρίως τα νεύρα, γιατί εκείνη θα εξακολουθούσε να είναι ζωντανή και να τραγουδάει σα να μην τρέχει τίποτα! Πρόσφερε ο – καθ’ όλα εξαιρετικός ηθοποιός – Άντονι Χόπκινς κάτι περισσότερο στην κοινωνία από πολλούς δασκάλους και καθηγητές, τους οποίους θα θυμόμαστε ισόβια για μια τους κουβέντα, για μια τους συζήτηση, για τον τρόπο και το ήθος τους μέσα στην τάξη και οι οποίοι τα έφερναν βόλτα μ’ ένα οριακά αξιοπρεπή μισθουλάκο;

Οι καλλιτέχνες και οι δημιουργοί γενικότερα δε προσφέρουν τίποτε περισσότερο σε μια κοινωνία (πολύ συχνά θα έλεγα αφαιρούν κιόλας) απ’ ότι πλείστα άλλα μέλη της ∙ ούτε κάτι λιγότερο φυσικά, αλλά κάτι διαφορετικό. Καθε προσφορά, κάθε αλληλεπίδραση μέσα στο κοινωνικό σύνολο καλύπτει και διαφορετικές ανάγκες μας. Το ηθικό ζητούμενο εδώ δεν είναι ποιος αξίζει ή πρέπει ή δικαιούται να κερδίζει τα περισσότερα. Δεν υπάρχει ούτε γραπτός, ούτε άγραφος ηθικός νόμος που να λέει ότι το «ταλέντο» θα πρέπει να πληρώνεται περισσότερα χρήματα. Αυτά είναι ψευδο-διλήμματα που συγχέουν το ηθικό με το εμπορικό ζητούμενο. Το ηθικό είναι να μπορεί ο καθένας να ζει με αξιοπρέπεια, από τη μέρα που γεννιέται μέχρι κι εκείνη που αφήνει την ύστατη πνοή του. Αν σε οποιαδήποτε φάση της ζωής του, στερηθεί για διάφορους λόγους αυτή την αξιοπρέπεια τότε υπάρχει ηθικό έλλειμα. Αν όμως σε οποιαδήποτε φάση της ζωής του, στερηθεί την πολυτέλεια και τη λιμουζίνα αυτό δεν υπονοεί καμία ηθική ασυναρτησία, παρά μόνο οικονομικές και νομικίστικες μαλακίες. Κανείς δεν έχει ηθικό δικαίωμα στην πολυτέλεια και την υπερβολή, τελεία.

Όταν η δική μου ζωή στερείται στα σημεία της αξιοπρέπειας που προανέφερα, για ποιο λόγο να στηρίξω οικονομικά ένα καταφανώς υπερκοστολογημένο προϊόν, προσφερόμενο από ανθρώπους με λύμενο όχι απλά το πρόβλημα της ζωής τους, αλλά τριαντα-εφτά ζωών ακόμα; Υπόσχομαι – με το χέρι στην καρδιά – αν από όλους όσοι θα μπορούσαν νομικά να διεκδικήσουν οικονομικές απολαβές από μένα, φτάσει ποτέ η στιγμή για κάποιον από αυτούς να πεινάσει ή να μην έχει πού να μείνει, υπόσχομαι τότε να του αποδόσω απ’ το υστέρημά μου όλα όσα του «χρωστάω» μέχρι τελευταίας δεκάρας. Έως τότε όμως το μόνο που θα έχει να λαβαίνει θα είναι ο απεριόριστος θαυμασμός και η αγάπη μου, εξίσου πολύτιμα παρ’ ότι δε χαίρουν της ίδιας εκτίμησης.

Το κοινωνικό συμβόλαιο...


More authentic.
Ας πάρουμε τώρα, για παράδειγμα, την αυθόρμητη σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ ενός πλανώδιου οργανοπαίχτη κι ενός περαστικού. Δώστε τώρα βάση στην απλότητα και την αμφίδρομη τιμιότητα: η μουσική αρχικά παρέχεται δωρεάν! κάτι σα δώρο. Στη συνέχεια ο περαστικός αν του αρέσει το αποτέλεσμα (ή για διάφορους άλλους προσωπικούς του λόγους) αφήνει τον οβολό του, το ύψος του οποίου επαφίεται επίσης στην καλή του θέληση, διάθεση, απόλαυση, ηθική ευθύτητα κλπ. Δηλαδή μια σύμβαση μεταξύ δύο ελεύθερων ανθρώπων, που στέκονται τίμια ο ένας απέναντι στον άλλο, με επίσης ελεύθερους όρους και δίχως καμία δέσμευση. Ακόμη και μια επίσημα οργανωμένη συναυλία διαφέρει παρασάγγας: υπάρχουν φορές που πληρώνεις παράλογα ποσά, ανεγγύητα και ανεπίστρεπτα, πριν την εκτέλεση της συναυλίας. Γιατί ρε φίλαράκι δηλαδή; Να μη δούμε πρώτα τι θα μας προσφέρεις; Πόσες φορές δεν έχει αποχωρήσει κανείς από μια συναυλία / μαγαζί / κινηματογράφο εντελώς απογοητευμένος, με κάποιο αίσθημα κοροϊδίας;

Το πρόβλημα λοιπόν επεκτείνεται και πέραν του οικονομικού ή/και του ποιοτικού σκέλους και στην μονομέρεια των όρων της αγοραπωλησίας. Ο καταναλωτής είναι εντελώς παθητικός κι αμέτοχος, ο λόγος του απαξιωμένος και αδιάφορος, η αγάπη του προς το παρεχόμενο είδος γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης με ξεδιάντροπο κι εκβιαστικό τρόπο. Η πειρατεία είναι η αντίδραση ενός καταναλωτικού κοινού, το οποίο ουσιαστικά δεν λειτουργεί αδιάφορα κι ανήθικα (στο μεγαλύτερο μέρος του), παρά διεκδικεί τη δύναμη λόγου που του είχε στερηθεί επί δεκαετίες. Είναι μια μορφή εκδίκησης, μια μορφή απονομής αναδρομικής δικαιοσύνης. Και βάλλει κυρίως (αλλά όχι μόνον) κατά των εταιρειών παραγωγής και διακίνησης, παρά εναντίον των ίδιων των δημιουργών. Αυτοί αποτελούν τις παράπλευρες απώλειες.

Στο κάτω-κάτω είναι κοινό μυστικό πώς κι οι ίδιοι οι καλλιτέχνες γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης από τις εταιρείες (κυρίως τις δισκογραφικές). Όταν αναγκάστηκαν να επιτρέψουν στις τελευταίες να τους τυλίξουν σε μια κόλλα χαρτί, προκειμένου να τους προωθήσουν, γιατί το έκαναν τότε αδιαμαρτύρητα αλλά ζητάν τώρα τα ρέστα από εκείνους που είναι επίσης «θύματα» της ίδιας κομπίνας; Γιατί στρέφονται στον πιο «αδύναμο» κρίκο; Μάλλον ακριβώς γι’ αυτό: δε δαγκώνεις το χέρι που σε ταΐζει, έστω και τ’ αποφάγια του. ΟΚ ρε φίλε, αλλά μη το γλύφεις κιόλας! Ή μην πας να δαγκώσεις το δικό μου!


Authentic Clopyright.
Δικαίωμα = δίκαιο, μα...

Αντιγράφω από την ιστοσελίδα της ΑΕΡΙ:

«Η πνευματική ιδιοκτησία που αποκτά ο δημιουργός πάνω στο έργο του περιλαμβάνει δύο απόλυτα και αποκλειστικά δικαιώματα: (α) Το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και (β) Το δικαίωμα προστασίας του προσωπικού του δεσμού με το έργο (ηθικό δικαίωμα)».

Για το πρώτο δικαίωμα, θεωρώ – αλλά το θέτω υπό συζήτηση – ότι η αντίγραφη που γίνεται ελεύθερα, δηλαδή όχι για ιδιαίτερο οικονομικό όφελος, δε στερεί από το δημιουργό κανένα δικαίωμα εκμετάλλευσης. Αυτό που κάνει απλά είναι να μειώνει το ύψος των οικονομικών του απολαβών, αλλά αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο στη διαχείρηση ενός έργου, αποτελεί όμως εμπόδιο στην (πιθανή) αισχροκέρδειά χάρη σ’ αυτό. Δεν καταλαβαίνω γιατί το καλλιτεχνικό προϊόν χρίζει τέτοιας ιδιαίτερης μεταχείρησης, δηλαδή να μπορεί να εκμεταλλεύεται τους όρους της ελεύθερης αγοράς κατά πώς το συμφέρει, μονομερώς, και όχι κάτω από μια ισορροπία προσφοράς-ζήτησης. Υπενθυμίζω πως ελλείψει του πειρατικού δέους, δε θα είχαμε δει ούτε για πλάκα αλλαγές στην οικονομική στάση των δισκογραφικών και των κινηματογραφικών εταιρειών και την κατακόρυφη πτώση των τιμών σε ένα σωρό προϊόντα τους. Ακριβώς δηλαδή όπως θα έπρεπε να δουλεύει η ελεύθερη αγορά: δράση-αντίδραση. Αργά πια για πισω-γυρίσματα; Κανείς δεν ξέρει τι νέες ισορροπίες θα φέρει το μέλλον.

Για το δεύτερο δικαίωμα οφείλω να επισημάνω μια λεπτομέρεια, που κανείς – απ’ όσο γνωρίζω - δεν έχει επισημάνει μέχρι σήμερα και χαρακτηρίζει εξ’ ολοκλήρου τη σχέση ενός καλλιτεχνικού δημιουργήματος με τον αισθητικό αποδέκτη του (αλλά και την ίδια τη φύση της δημιουργίας): προσωπικό δεσμό με οποιοδήποτε έργο της νόησης δεν αναπτύσσει μόνο ο δημιουργός αλλά και ο αποδέκτης. Πολύ συχνά μάλιστα ο δεσμός του αποδέκτη είναι τιμιότερος (άρα ισχυρότερος) από εκείνον του καλλιτέχνη. Μόνο εξαίρεση δεν αποτελούν οι καλλιτεχνικές δημιουργίες που γίνονται απλά και μόνο για την επιβίωση ή, ένα βήμα παραπάνω, για την κονόμα. Η ιστορία της Τέχνης αλλά και η παρούσα παραγωγή το καταδεικνύει αυτό περίτρανα.

Για παράδειγμα, ένα τραγούδι που γράφτηκε στο πόδι και υλοποιήθηκε σε ελάχιστη ώρα ηχογράφησης, μπορεί να γίνει απ’ το κοινό τόσο αγαπητό, όσο δε θα περίμενε κανείς να γίνει απ’ το δημιουργό του. Άλλο παράδειγμα, πιο προσωπικό αλλά εξηγεί πολλά. Είχα την τύχη να προικιστώ μ’ ένα σχετικό (ανεκμετάλλευτο κι ακαλλιέργητο ωστόσο) ταλέντο στο σκίτσο. Σας εξομολογούμαι λοιπόν με κάθε ειλικρίνεια, πόσες φορές πράγματα που θεωρούσα σκουπίδια και θα τα πέταγα μ’ ευχαρίστηση στον ομώνυμο κάδο, μου ζητούσαν φίλοι και γνωστοί να τους τα χαρίσω ή να τους φτιάξω παρόμοια. Αυτή είναι η σχέση που έχει συχνά ο δημιουργός με το έργο του. Φτιάνεις μια παπαριά και ο άλλος εκστασιάζεται, νομίζει πως κάτι έκανες τώρα!

Αλλά φυσικά εγώ δεν είχα κανένα οικονομικό συμφέρον, απ’ όλα αυτά. Δε χρειαζόταν να βγαίνω στα κανάλια κατάφορτος από συγκίνηση, να αερολογώ βουρκωμένος για την σπάνια εκείνη εμπειρία που έγινε αφορμή να εμπνευστώ το τελευταίο μου τραγούδι ή το πόσα σημαίνει για μένα και την Τέχνη η τελευταία μου έκθεση ζωγραφικής κι άλλα τέτοια γραφικά, τα οποία συχνά είναι τυπική τακτική management και διαφήμισης, παρά ειλικρινής κατάθεση ψυχής. Φούμαρα!

Γιατί, λοιπόν, η πλέον τίμια σχέση που αναπτύσσει ο αποδέκτης μ’ ένα καλλιτεχνικό έργο, να μην προστατεύεται εξίσου απ’ την υπερ-εκμετάλλευση και την παραδοπιστία του καλλιτέχνη; Γιατί ετούτο δεν αποτελεί επίσης ένα ηθικό ζητούμενο;

Θα ζήσω ελεύθερο πουλί...

Τα έργα της διάνοιας έχουν έναν παράδοξο χαρακτήρα: διακρίνονται από αυτή την ιδιαίτερη τάση, αφότου απελευθερωθούν από τη διάνοια που τα συνέλαβε, να πετούν μακριά της και να διαχέονται σε όλες τις άλλες. Έτσι ώστε από ένα σημείο και μετά (πέραν της ξεκάθαρης πατρότητας) να είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσεις τι ανήκει και σε ποιον. Ανήκει, ας πούμε, το «Another Brick On The Wall» στους Pink Floyd ή στη συλλογική αυτή συνείδηση που μοιράστηκαν τόσες ψυχές, μέσα από τη μελωδία τους, εκείνες τις γεμάτες ελπίδα ημέρες της Πτώσης του Τείχους; Το ερώτημα απαντάται εύκολα αν μείνει κανείς στην νομικίστικη επιφάνεια, ωστόσο όσο βαθύτερα διερωτάται κανείς τόσο περισσότερο «θολώνει» το τοπίο.

Όταν λατρεύω ένα μουσικό έργο, για παράδειγμα, η ανταπόκρισή μου δεν είναι καθαρά χρηστική, όπως είναι ας πούμε με το μίξερ ή το χαρτί υγείας. Ένα τραγούδι – μιλάμε πάντα για ένα αγαπημένο τραγούδι – συνδέεται αναπόσπαστα με ένα συναίσθημα, ένα στιγμιότυπο ζωής, κάτι ιδιαίτερο και άκρως προσωπικό. Ο δεσμός που αναπτύσσεται μέσα στο σύμπλεγμα αυτό είναι με μια λέξη «άρρηκτος». Έτσι που ούτε το τραγούδι έχει την ίδια σημασία αποκομμένο απ’ το συναίσθημα, ούτε το συναίσθημα εκδηλώνει όλη του την ένταση ξέχωρα απ’ το τραγούδι. Ετούτο όμως το αποτέλεσμα είναι μια εντελώς πρωτότυπη και προσωπική παραγωγή και δεν έχει απαραίτητα καμία σχέση με τις προθέσεις ή με τη σφαίρα εξουσίας του δημιουργού.

Στο δεσμό ετούτο, αποκλειστικός διαχειριστής και πληρεξούσιος είμαι εγώ και μόνον εγώ, καθώς κανείς δεν έχει δικαιώματα στην ψυχή και τα συναισθήματά μου. Όταν λοιπόν διεκδικώ την ελεύθερη, προσωπική χρήση μιας αγαπημένης καλλιτεχνικής δημιουργίας, ουσιαστικά διεκδικώ την ελεύθερη, προσωπική χρήση των συναισθημάτων μου. Αυτό με ποιον τρόπο ή ποιος ενδιαφέρθηκε ποτέ να το κατοχυρώσει και να το προστατεύσει; Γιατί και τα συναισθήματά μας διεκδικούν και τούτα, επάξια θεωρώ, κάποιο είδος ηθικού δικαιώματος. Όχι;


Authentic copyleft.
Το ρεζουμέ

Ρεζουμέ δεν έχει! Όλοι φέρουμε μερίδιο ευθύνης. Και οι καλλιτέχνες γιατί θεωρούσαν τον εύκολο πλουτισμό ως δεδομένο, και εμείς που θεωρούμε ότι δεν έχουμε καμία υποχρέωση σε κανένα, και οι διάφορες εταιρείες παραγωγής και διακίνησης (κυρίως αυτές) που θεωρούσαν τόσον καιρό ότι μπορούν να εκμεταλλεύονται τους πάντες ατιμωρητί. Στο κάτω-κάτω αυτές είναι οι τελευταίες που έχουν το δικαίωμα να γκρινιάζουν: καλά τα κονομήσανε τόσες δεκαετίες, ποιος πείνασε ποτέ από δαύτους; Αντιθέτως, δεν είναι λίγοι οι καλλιτέχνες που πείνασαν εξαιτίας τους, ειδικά παλιότερα που κανείς δεν ήξερε να προστατεύσει τα δικαιώματά του. Τέλος πάντων, όλοι χρειάζεται με κάποιον τρόπο ν’ αλλάξουμε στάση. Ποιος είναι, όμως, αυτός που θα κάνει την αρχή; Κατά την ταπεινή μου άποψη, θα ήταν άδικο να περιμένουμε το πρώτο βήμα απ’ τους πιο αδύναμους κρίκους. Τα συμπεράσματα δικά σας. Όπως επίσης και ο αντίλογος. Σαλαμαλέκουμ...
 

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Τους πειρατές, τους τρώει το στρες...

Εδώ παραθέτω αχταρμά – γιατί βαριέμαι να τα δομήσω – διάφορους λόγους και σκέψεις, πάνω στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης, ηθικής τε και οικονομικής. Στο κάτω-κάτω αν είναι να συνεχίσουμε ν’ αντιγράφουμε, ας το κάνουμε τουλάχιστον με άποψη!

Εκπρόσωπος της IFPI παραδίδει τα πρώτα πνευματικά δικαιώματα στους καλλιτέχνες, οι οποίοι κατασυγκινημένοι απλώνουν τα χέρια νομίζοντας πως απευθύνονται σε αυτούς.
1.   Το έχω θίξει αναλυτικά στην πρώτη μου ανάρτηση επί του θέματος: πόσες φορές χρειάζεται να πληρώσει κανείς πνευματικά δικαιώματα για το ίδιο τραγούδι, στην ίδια ακριβώς εκτέλεση; Αν αγοράσεις για παράδειγμα (α) ένα άλμπουμ του Χατζηγιάννη, (β) μια συλλογή με τα καλύτερα τραγούδια του Χατζηγιάννη και (γ) μια συλλογή με τα καλύτερα ελληνικά τραγούδια της χρονιάς, το πιθανότερο που θα συμβεί θα είναι να πληρώσεις τρεις φορές δικαιώματα για το ίδιο τραγούδι (ενν. του Χατζηγιάννη). Γιατί ρε φιλαράκια; Σας χρωστούσαμε τίποτε κι από προχθές; Πνευματικά δικαιώματα άπαξ και τελείωσε η κοροϊδία.

2..   Το προϊόν που παράγει ένας τραγουδιστής είναι το ΤΡΑΔΟΥΔΙ και όχι το ΑΛΜΠΟΥΜ. Εκτός εξαιρέσεων - όπου μια συλλογή τραγουδιών αποτελεί μια μουσική ή νοηματική ενότητα - το άλμπουμ είναι προϊόν δισκογραφικής και όχι καλλιτεχνικής εμπνεύσεως. Γιατί - μέχρι πρόσφατα και στο μεγαλύτερο βαθμό ακόμα – είμασταν υποχρεωμένοι να πληρώσουμε μια ολόκληρη συλλογή, συνήθως γεμάτη με μουσικά σκουπίδια χωρίς έμπνευση και μεράκι, ενώ εκείνο που κατά βάθος επιθυμούσαμε ήταν ένα ή δύο τραγούδια; Φυσικά, γιατί οι όροι της συναλλαγής επιβάλονταν μονομερώς από εκείνον που βαστούσε την πίτα και το μαχαίρι μαζί. Τώρα σειρά μας, αγοράσαμε μπαλτά δικό μας και κόβουμε κατά βούληση. Μάχαιρα θα δώσεις, μάχαιρα θα λάβεις.

3.   Τις τιμές, επίσης, τις ορίζει μονομερώς η δισκογραφική. Οι εταιρείες αυτές, λοιπόν, ήταν μέχρι τελευταία απ’ τις λίγες περιπτώσεις, που δε δίναν δεκάρα τσακιστή για την ανταπόκριση της αγοράς και τους «νόμους» προσφοράς - ζήτησης. Καπιταλιστές χωρίς καπιταλισμό γίνεται; Αυτό καθίσταται ολοφάνερο, αν αναλογιστεί κανείς ότι για χρόνια ή δεκαετίες οι τιμές των άλμπουμ παρέμεναν αδιάφορα παγωμένες στα ίδια επίπεδα. Υπήρχαν φυσικά και ξεπουλήματα του τύπου «nice price!» και τα σχετικά, αλλά πολύ φοβάμαι ότι μου διέφευγαν τα κριτήρια επιλογής τους (εκτός ότι εξακολουθούσαν να βαρύνονται κι από τα υπόλοιπα ελαττώματα που θίγονται εδώ).

Αλλά στο θέμα μας, για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνω γιατί ένα άλμπουμ του Πάριου που χρονολογείται 20 και βάλε χρόνια θα πρέπει να κοστίζει 15 ευρώ, όσο δηλαδή και πολλές καινούργιες δουλειές! Τι διάολο, δεν τα ‘βγαλε πια τα λεφτά του; Ή περιμένουν να γίνει και πάλι ανάρπαστο, ως δια μαγείας;

4.   Το κοινό επιπλέει σε πελάγη ανοησίας, μέχρι να του πεις να βάλει το χέρι στην τσέπη. Τότε θα σε λοξοκοιτάζει καχύποπτα και καλά κάνει (εξαιρούνται μερικά ανήλικα). Οι καλλιτέχνες και οι δισκογραφικές, στο σημείο αυτό, έπεσαν εύκολα θύματα του ίδιου τους του μάρκετινγκ.

Δε μπορεί δηλαδή από τη μία, να βλέπεις καλλιτέχνες γκλαμουροβριθείς και χλιδοκαβαλημένους, με τα πλαστικά τους χαμόγελα να ξεπροβάλλουν - όπως οι μύκητες μέσ' απ’ τα κόπρανα – στα κόκκινα χαλιά και στους προβολείς των δεξιώσεων και κατόπιν να καλείσαι να υποστηρίξεις με τις οικονομίες σου αυτή την υπέρβαση, αυτή τη σπατάλη, στην οποία δεν είσαι φυσικά καλεσμένος. Δε είναι δυνατόν να τους βλέπεις όλους αυτούς καταβροχθισμένους από πολυτελή αυτοκίνητα και σκανδαλώδη ενδιαιτήματα (των δύο εκατομμυρίων ευρώ, που παρ’ όλα αυτά δεν είναι και το σπίτι των ονείρων τους ∙ βλέπε Δ. Βανδή σε συνέντευξή της πριν από χρόνια να ξεράσεις) μες στα οποία προσανατολίζονται από τη μυρωδιά της κόκας ή τα κουραδάκια του «μπούμπι» και κατόπιν να πληρώνεις και πνευματικά δικαιώματα. Καταλαβαίνετε την ειρωνία; πνευματικά δικαιώματα σε ανθρώπους που στερούνται ο,τιδήποτε πνευματικό, και μάλιστα στα εκβιαστικά ύψη που εκείνοι μονοπωλιακά καθορίζουν! Υπάρχει δηλαδή μια ηθική διάσταση του φαινομένου, κάθε άλλο παρά διακριτική.

Και δε λέω, δεν είναι σωστό να τους βάζουμε όλους στο ίδιο τσουβάλι. Τι γίνεται με τα νέα παιδιά, με τους ανερχόμενους καλλιτέχνες; Θεωρώ ότι κακώς αναζητούμε ρακέτα για το ψευδο-ηθικό μπαλάκι που μας πετάγεται. Ας τους βοηθήσουν οι δισκογραφικές, αυτός δεν είναι κι ένας απ’ τους ρόλους τους; Ας τους βοηθήσουν οι φτασμένοι καλλιτέχνες θεσπίζοντας ένα κοινό ταμείο, ώστε να υποστηρίξουν τους συναδέρφους τους που αγωνίζονται να κατανοήσουν – πρωτάρηδες ακόμη – τους κανόνες της δισκογραφικής μαφίας. Υπάρχει μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που κάθεται στα σταυροδρόμια και στις λεωφόρους του χρήματος. Υπάρχουμε κι όλοι εμείς, οι νοικάρηδες των στενών δρόμων και των παρόδων. Ας αναλογιστεί ο καθένας προς ποια μεριά κλίνει η μπαλάντζα.

ΥΓ. Στο κάτω-κάτω ποιος βοηθάει τους νέους μαθηματικούς, τους νέους φυσικούς, τους νέους φιλόλογους, τους νέους δικηγόρους, τους νέους αγρότες, τους νέους οικοδόμους, τους νέους οδηγούς νταλίκας, τους νέους αθλητές, τους νέους συγγραφείς, μπλα μπλά...

5.   Πάνω στην ίδια λογική, μπορούμε να καταδικάσουμε και τις κινηματογραφικές εταιρείες. Για χρόνια πολλά - καλή χρονιά, θεωρούσαν διαφήμιση και γκλαμουριά τα τερατώδη κασέ των ατάλαντων μουσκουλαδόρων και της κάθε λογής πεολειχούσας σταρλετίτσας, θεωρούσαν τους αλόγιστους προϋπολογισμούς άριστης ποιότητος δόλωμα για να κάνουν την αρπαχτή τους. Συναγωνίζονταν για το ποια παραγωγή κόστισε τα περισσότερα μαλλιά της κεφαλής τους, για το ποια ταινία έκοψε περισσότερα εκατομμύρια δολλάρια μέσα στην πρώτη βδομάδα πλύσης εγκεφάλου, για το ποιος πρωταγωνιστής -τρια χέστηκε περισσότερο στο χρήμα και με τι σκουπίστηκε κατόπιν και τα σχετικά.

Τυπικό παράδειγμα: «Pirates of the Caribbean: At World’s End». Κόστισε 300 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ την πρώτη μόνο εβδομάδα προβολής κονόμησε 114 ‘κατομμυριάκια σε ΗΠΑ (κι επαρχία Καναδά) και 216 επιπλέον κατι-μμυριάκια στην υπόλοιπη υδρόγειο. Σύνολο: 330 και κάτι ψιλά! Με μια σύντομη διασταύρωση στην Wikipedia, διαπιστώνει κανείς εύκολα ότι υπάρχουν περί τα 44-45 κράτη με προϋπολογισμούς μικρότερους από τα κέρδη ΜΙΑΣ ΜΟΝΟ ταινίας, για ΜΙΑ ΜΟΝΟ εβδομάδα προβολής!! Τα συμπεράσματα δικά σας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, φταίει μετά ο κλέφτης;

6.   Σε οποιοδήποτε σχεδόν επάγγελμα, η κοστολόγηση του προσφερόμενου προϊόντος είναι ευθέως ανάλογη, ανάμεσα σε άλλα, και με την προσφερόμενη ποιότητα. Ας πούμε, το φτηνοκαναπέ από τα Praktiker θα τον βρεις με 400 ευρώ, ενώ ο επώνυμος, ο σχεδιασμένος στα εργαστήρια της NASA και υφασμένος από μετάξι που παράγουν μεταξοσκώληκες αναθρεμμένοι με σαμπάνια Dom Perignon και χαβιάρι Κασπίας ξεκινάει από αρκετές χιλιάδες και ανεβαίνει κατά την τσέπη του καθενός.

Στη μουσική ή στην κινηματογραφική βιομηχανία κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Στην ίδια τιμή θα βρεις και τη σαβούρα του τελευταίου σκυλιού (όχι του ζώου), που ξεπετάει ένα cd-άκι σε λίγες μέρες, στην ίδια και τη δουλειά εκείνου που μπορεί να κουράστηκε μήνες ή χρόνια για το αποτέλεσμα που σου παρουσιάζει. Όσο κοστίζε ν’ αγοράσεις μια φτηνο-παραγωγή τύπου Blair Witch Project, τόσο κοστίζε κι ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών ή ο Χάρυ Πότερ. (Φυσικά, εδώ δεν επιχειρώ ποιοτικές συγκρίσεις. Περιορίζομαι στο οικονομικό σκέλος μόνο, ώστε να μην μπλεχτούμε σε άλλες, μακροσκελείς συζητήσεις).

Τι γίνεται όμως αν δε μείνεις ικανοποιημένος απ’ το προϊόν που σου προσφέρουν; Ποια είναι η αποζημίωσή σου για τα λεφτά που κλαις, εκείνο το Σάββατο που έδωσες 9 ευρώ για την απόλυτη χλαπάτσα (και 4μιση ευρώ για ένα μεσαίο ποπ-κορν και μια κόκα-κόλα λάιτ); Θα μου πεις, αυτοί φταίνε που είσαι συ κορόιδο; Επειδή λοιπόν αποζημίωση δεν υπάρχει, κάπως έπρεπε να προστατεύσει κι ο καταναλωτής τον εαυτό του. Η πειρατεία είναι η πιο εύλογη (κι εύκολη) απάντηση, όταν αισθάνεσαι ότι σε κοροϊδεύουν και σ' εκμεταλλεύονται δίχως να έχεις εξίσου ισχυρά μέσα κατοχύρωσης των δικών σου δικαιωμάτων.

7.    Γιατί στο κάτω-κάτω η πειρατεία βοηθάει τις εταιρείες περισσότερο απ’ όσο οι ίδιες παραδέχονται.

Παράδειγμα Νο1
Ερώτηση κρίσεως: πιστεύει κανείς από σας ότι η Microsoft θα είχε φτάσει εκεί που έφτασε (και μάλιστα με την ταχύτητα που έφτασε), αν η παράνομη διακίνηση του λογισμικού της δεν την είχε καταστήσει το πλέον αναγνωρίσιμο λειτουργικό σύστημα παγκοσμίως; Μάλιστα, σε αυτό δεν ήταν υπεύθυνη μονάχα η πειρατεία του δικού της λογισμικού, αλλά και όλων εκείνων των εκατοντάδων χιλιάδων εφαρμογών, που στηρίζονταν στην πλατφόρμα του DOS αρχικά ή των Windows αργότερα, καθιστώντας τη Microsoft μονόδρομο! Δεν θα ήταν διόλου αυθαίρετο ή αβάσιμο, αν υπέθετε κανείς ότι πιθανότατα συνέβαλε κι η ίδια σε αυτό, κρυφίως πάντα και προς ίδιον όφελος. Πιθανόν, για τους ακριβώς αντίθετους λόγους, η Apple έμεινε πάντα ένα (ή περισσότερα) βήματα πίσω.

Ξαφνικά, από τα πρώτα Windows 95 που ξεκίνησε ετούτη η φαινομενικά ατελείωτη δυναστεία, έχεις μέσα σε λιγότερο από 10 χρόνια μια ολόκληρη υφήλειο εξοικειωμένη με το λογισμικό σου, με τους browsers σου, με τα office σου, με τα όλα σου. Το αμέσως επόμενο βήμα είναι απλά κάθε μήνα ν’ αγοράζεις καινούργιο χρηματοκιβώτιο, ένα νούμερο μεγαλύτερο.

Παράδειγμα Νο2
Αν δεν υπήρχε η πειρατεία το πιο πιθανό θα ήταν πολλοί από μας να μην αποφασίζαμε να κάνουμε συλλογή των αγαπημένων μας ταινιών. Τι γίνεται όμως με τις παλαιότερες ταινίες, οι οποίες από χρόνο σε χρόνο εξαφανίζονται από τις μηχανές torrent ή γίνονται όλο και πιο δυσεύρετες ∙ ή όταν κάποτε φτάνουν στα χέρια μας ανακαλύπτουμε πως η ποιότητά τους είναι πολύ κάτω του μετρίου; Θα πάμε και θα τις αγοράσουμε, φυσικά. Συνεπώς, κάποιες αγορές μπορεί να μη γίνονται εξαιτίας της πειρατείας (πολύ λίγες όμως, σχετικά με τις τολμηρές υποθέσεις των εταιρειών ∙ βλέπε και προηγούμενη ανάρτηση), από την άλλη όμως κάποιες αγορές γίνονται χάρη σε αυτή.

Μην ξεχνάμε, τελικά, ότι η ποιότητα του υλικού (ειδικά της μουσικής) που διακινείται μέσω της πειρατείας είναι, κατά μέσον όρο, μετριότατη. Δοκιμάστε για παράδειγμα ν’ ακούσετε το ίδιο κομμάτι απ’ το πρωτότυπο δισκάκι και συγκρίνετέ το με οποιαδήποτε mp3 κωδικοποίηση, κάτω των 320 kbps. Θα διαπιστώσετε έκπληκτοι (αν όχι έντρομοι) σε πόση φτήνια έχει εξοικειωθεί η ακοή μας ∙ από τι αισθητικό πλούτο μας αποστερεί το ποιοτικό χάος του διαδικτύου, δίχως να το συνειδητοποιούμε! Αναπόφευκτα, για χάρη της ποιότητας, κάποιες φορές θα στραφούμε και στο πρωτότυπο.

Θα κλείσω με μια ακόμη, τελευταία ανάρτηση, όπου θα εξετάσω τι δικαιώματα έχει ένας δημιουργός πάνω στο έργο του και τι ενστάσεις μπορούν να προβάλλουν οι αποδέκτες αυτού. Με άλλα λόγια, ο αποδέκτης μιας πνευματικής δημιουργίας δεν έχει εξίσου χρεία μεριδίου πνευματικής προστασίας;

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Το ΚΟΜΙΞ που αγαπήσαμε, το ΚΟΜΙΞ που καταντήσανε...

Το πρώτο μου ΚΟΜΙΞ!!!   :-)
Όταν τον Ιούλιο του 1988, 14 χρονών τότε, έτρεχα σαν τρελός στο περίπτερο ν’ αγοράσω το 1ο τεύχος του ΚΟΜΙΞ, θυμάμαι η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Όταν κράτησα επιτέλους το πολύτιμο τεύχος στα χέρια μου, ένιωθα λες και κρατούσα κάποιον ανεκτίμητο θησαυρό. Πόσες φορές, δεν τα ‘χα πάρει με τον πατέρα μου, κάθε φορά που έπαιρνε κάποιο τεύχος για να... νυστάξει, και το ‘βρισκα αργότερα παρατημένο κάπου άσχετα ή ψιλο-τσαλακωμένο σε κάποια του σελίδα! Κάθε τεύχος του ΚΟΜΙΞ τότε ήταν και μια μικρή υπόσχεση. Η μαγεία του Μπαρξ από τη μία, η επαν-ανακάλυψη μερικών απ’ τις ιστορίες του μικρού Μίκυ, που τόσο είχαμε αγαπήσει σε ακόμη μικρότερη ηλικία, η απλότητα αλλά και η ποιότητα της προσπάθειας, η συνεχής βελτίωση κι ένα σωρό μικρότερες λεπτομέρειες είχαν καταστήσει την 1η κάθε μήνα, ημερομηνία «ορόσημο». Είχαμε κάτι να περιμένουμε, βρε αδερφέ! Κάτι που ομόρφαινε και πλούτιζε τις ζωές μας. Αυτό πια δεν υπάρχει. Όχι γιατί εμείς μεγαλώσαμε, αλλά γιατί οι εκδότες του ΚΟΜΙΞ μας ξεπουλήσανε στην πορεία. Γιατί την είδαν αλλιώς, να πούμε! Την είδαν marketing, την είδαν κονόμα, την είδαν εύκολη λύση, την είδαν άλλο ένα Μίκυ, μέσα στις δεκάδες φτηνο-εκδόσεις που κυκλοφορούν κάθε χρόνο, του τύπου «Ντόναλντ».

Κατηγορώ, λοιπόν, τους εκδότες του ΚΟΜΙΞ γιατί:

1ον.   Ξεπούλησαν το αρχικό όραμα, προδίδοντας όσους τους στήριξαν όλα αυτά τα χρόνια.

2ον.   Έριξαν την ποιότητα του περιοδικού, τόσο που χαμηλότερα δε γίνεται. Καταλήξαμε να’ χουμε στα χέρια μας άλλο ένα μικρό Μίκυ: παιδικό με την αρνητική έννοια, βιτρίνα και διαφήμιση του καταναλωτικού σκουπιδαριού της Ντίσνεϋ, κατάφορτο με δεκάδες σελίδες που προκαλούν αισθητική ευκολία και μιζέρια.

3ον.   Εξακολουθούν να βάζουν στο εξώφυλλο το χαρακτηρισμό «Συλλεκτικό Τεύχος», όταν στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα συλλεκτικό σε ένα περιοδικό, που στηρίζεται κατ’ εξακολούθηση στο μέτριο σκίτσο, στο παιδιάστικο σενάριο και σε μόνο μια ιστορία κράχτη ενός μεγάλου δημιουργού, στερεοτυπικά του Μπαρξ.

4ον.   Δημοσιεύουν κατά 99,999... % αλληλογραφίες που ευλογούν τα γένια τους και την εξαιρετική τους προσπάθεια και μπλα, μπλα, ενώ δε φιλοτιμήθηκαν να μου απαντήσουν ούτε μία φορά, στα καλοπροαίρετης κριτικής e-mail που τους έστειλα κάποια απ’ τα προηγούμενα χρόνια. Ούτε ένα «ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον σας», για παράδειγμα.

5ον.   Στερούνται φαντασίας, όρεξης και οράματος. Εδώ και χρόνια, το ΚΟΜΙΞ έχει καταντήσει ο ορισμός της ανίας. Πριν καν το αγοράσεις ξέρεις τι θα βρεις μέσα, εκτός απ’ το λατρεμένο θείο. Θα βρεις: Μάρκο Ρότα, Βίκαρ, Ουίλιαμ Βαν Χορν. Και τον άλλο μήνα; Ξανά: Ρότα, Βίκαρ, Βαν Χορν. Και ξανά, και ξανά, και ξανά. Με μικρές ενέσεις Ντάαν Γίπες, εδώ κι εκεί. Μετά το χάος (κι εδώ θα επικεντρωθεί το παρόν άρθρο μου): τρισάθλιο σκίτσο, μουτζούρες και καλλικατζούρες, εμετικό σενάριο, προχειρότητα και φτήνια στο μεγαλείο της.

6ον.   Γιατί είναι ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ να χρησιμοποιείται το ΚΟΜΙΞ για την προώθηση βιντεο-παιχνιδιών (βλ. Επικός Μίκυ) ή χαζο-ταινιών (βλ. Cars 2). Μάλιστα, το τελευταίο ήταν και το πιο πρόστυχο χτύπημα στη συλλεκτικότητα του περιοδικού. Δεκάδες πολύτιμων σελίδων, πεταμένες στα σκουπίδια για διαφήμιση!

ΚΡΙΜΑ, ΚΡΙΜΑ, ΚΡΙΜΑ!!!

Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Εδώ και χρόνια, λοιπόν το αγαπημένο μας ΚΟΜΙΞ παραπαίει στη μετριότητα. Η κυριότερη αιτία - κατά τη γνώμη μου - είναι πως έχει χάσει το πλέον ισχυρό χαρτί, το βασικό λόγο για τον οποίο κρατάς με ανυπομονησία ένα περιοδικό κόμικ στα χέρια σου: εκείνο της δυνατής πρώτης, κεντρικής ιστορίας. Της ιστορίας εκείνης δηλαδή, της οποίας ρουφάς αχόρταγα την κάθε σελίδα και κατόπιν, σαν κλείσεις το περιοδικό, μένει ακόμη η γεύση της στη μνήμη. Της ιστορίας εκείνης, που για χάρη της συγχωρείς οποιαδήποτε προχειρότητα ενός τεύχους. Της ιστορίας εκείνης, που χαρακτηρίζει το περιοδικό σα σύνολο και το λόγο για τον οποίο θα το θυμάσαι για καιρό. Δεν είναι τυχαίο, που θυμάμαι δεκάδες από τα πρώτα τεύχη του ΚΟΜΙΞ (κάποτε και με τη σωστή σειρά), ωστόσο αδυνατώ να θυμήθω έστω και μια ιστορία απ' την εποχή Ρόσα και μετά. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι μπορεί να μην υπάρχει κάτι αξιοσημείωτο, σημαίνει όμως τη συνολική μου απογοήτευση, που κατέληξε πια σε απαξίωση.

Το δεύτερο πιο σημαντικό μειονέκτημα (εκείνο όμως που θα συγχωρούσαμε αν έμενε ικανοποιημένο το πρώτο ζητούμενο) είναι η αποτροπιαστική κατάπληξη, που συνοδεύει το ξεφύλλισμα σχεδόν κάθε τεύχους, καθώς διαπιστώνουμε να επιλέγονται κατ' επανάληψιν και καθ' υποτροπίν ιστορίες ΑΤΑΛΑΝΤΩΝ (καλλιτεχνικά ή κυρίως σεναριακά), ιστορίες ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ, ιστορίες το λιγότερο ΕΜΕΤΙΚΕΣ, ιστορίες που σε καμία περίπτωση δε θα 'πρεπε να υπάρχουν σε ένα περιοδικό που θέλει να αυτοπροσδιορίζεται ως ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΟ!!! Μα καλά, ποιοι είναι τέλος πάντων, οι υπεύθυνοι για την επιλογή τους; Πάσχουν το λιγότερο από στραβισμό, με αρχή καταρράκτη τύπου Νιαγάρα, και το σύνδρομο του χαζο-μπαμπά: χαμογελούν με τη κάθε, γλυκανάλατη σαβούρα. Ή τελικά έχουν πολύ χαμηλό μπάτζετ. Ναι, αυτό το τελευταίο θα μπορούσα ίσως να το καταλάβω. Στο κάτω-κάτω μειώστε τις σελίδες του περιοδικού, αν είναι να προσβάλλετε κάθε φορά την αισθητική των αναγνωστών σας. Μην ξεχνάτε ότι για τα παιδιά που σας διαβάζουν και θα πέφτουν μεθαύριο εύκολα θύματα του φτηνιάρικου και της αρπαχτής, θα είστε εν μέρει κι εσείς υπαίτιοι.

Μικρή ανασκό(λο)πηση 2011

Θα μου πείτε «άμα σε χαλάει ρε φίλε, τότε σταμάτα να το αγοράζεις»! Λέτε να μην το 'χω σκεφτεί; Δεν είναι εύκολο όμως να σταματήσεις μια αγαπημένη συνήθεια 23 (!!!) χρόνων. Πάντα ελπίζεις ότι το επόμενο τεύχος ή το επόμενο έτος δεν θα 'ναι έτσι, κάτι θ' αλλάξει λες, δε μπορεί να είναι τόσο ηλίθιοι. Ένας άλλος λόγος είναι ότι δεν τα 'φτιαξε όλα μονάχος του, ο κύριος Τερζόπουλος. Σε κάποιο βαθμό, είμαστε κι εμείς εκείνοι που φτιάξαμε το περιοδικό αυτό που είναι. Όταν από τα πρώτα του βήματα το αγκαλιάσαμε με λατρεία, το προβάλλαμε, το στηρίξαμε και εξακολουθούμε - κόντρα στην εξαπάτησή μας - να το στηρίζουμε (τουλάχιστον προς το παρόν).

Θα κλείσω παραθέτοντας μερικά σχόλια / απόψεις για τους καλλιτέχνες, που μας απασχόλησαν το 2011 (και όχι μόνον). Στους αναγνώστες που εξακολουθούμε να στηρίζουμε ερήμην της ποιότητας, αλλά και σε όσους έπαψαν να στηρίζουν εδώ και καιρό (και δεν είναι λίγοι), αφιερώνω το πρώτο και αλησμόνητο τεύχος του ΚΟΜΙΞ, τότε που γνωρίσαμε το θείο Καρλ στο απλό, φτηνό χαρτί με τους αδρούς χρωματισμούς. Στους υπεύθυνους και στους εκδότες του περιοδικού αφιερώνω με αποστροφή το γυαλιστερό χαρτί πολυτελείας, να σκουπίζουν καλύτερα την ευρω-χεσμένη τους κωλάρα... 

ΜΑΡΚΟ ΡΟΤΑ
Εξαιρετική γραμμή, παπιά που «πατάνε» καλά στο καρέ και στο περιβάλλον τους, εκφραστικά και με προσωπικότητα. Η αρχική του έμπνευση διεκδικεί φιλότιμα την επικότητα της κύριας ιστορίας, ωστόσο συνήθως καταλήγουμε να χασμουριόμαστε μέχρι θανάτου. Τα μουρόχαυλα σενάρια και το άχρωμο χιούμορ του, τον κρατούν πάντα ένα βήμα μακριά, απ' το να πάψει να είναι βαρετός. Κρίμα και γι' αυτόν, κρίμα και για μας, που τον τρώμε στη μάπα κάθε μήνα.

ΒΙΚΑΡ
Έχει τη δική του ιδιαίτερη γραμμή, σταθερό χέρι και σχεδιαστική συνέπεια, όμως είναι τόσο ασταθής σεναριακά που προσπερνάς τις σελίδες αδιάφορα, ακόμη και στην τουαλέτα (δε θέλετε να ξέρετε!). Αν κάνεις το λάθος κι επιχειρήσεις να διαβάσεις τα κείμενά του, απορείς πώς γίνεται τόσα γράμματα ένα δίπλα στο άλλο να μεταφράζονται στο απόλυτο τίποτα! Κάποιες στιγμές παθαίνει αναλαμπές και γίνεται εξαιρετικός, σχεδόν ευφυής. Κρίμα που είναι τόσο λίγες. Αξιοπρεπής ίσως για δεύτερες ιστορίες και «μπαλώματα», ούτε για πλάκα για κεντρική ιστορία.

ΟΥΙΛΙΑΜ ΒΑΝ ΧΟΡΝ
Στα χνάρια του Μπαρξ, οι ιστορίες του είναι μια ατελείωτη σειρά από «γκαγκ». Ακόμη και τις στιγμές που αγγίζει τα όρια του γελοίου, δεν παύεις να χαμογελάς. Συνήθως έξυπνο χιούμορ, ευρυματικότητα και φαντασία. Το σκίτσο του σίγουρο, η γραμμή του χαρακτηριστική, ήρωες σε συνεχή κίνηση, συνεπείς με το ρυθμό της δράσης τύπου «η μία γκάφα μετά την άλλη». Το βλέμμα του Ντόναλντ ακτινοβολεί χαρακτηριστικά το μεγαλείο της ανοησίας ∙ σε κάθε καρέ διαβάζεις, μέσα στη ματιά του απροκάλυπτα, την καταστροφή που προοικονομείται στο επόμενο. Ιδιαίτερο σκίτσο που μπορεί και να μην αρέσει σε μερικούς, ωστόσο ικανοποιητικός για μικρές, «δεύτερες» ιστοριούλες.

ΝΤΑΑΝ ΓΙΠΠΕΣ
Εκπληκτικός κομίστας! Δεν είναι τυχαίο, που συχνά είνα δύσκολο να ξεχωρίσεις αν ένα καρέ είναι δικό του ή του θείου Καρλ. Σαφώς επηρεασμένος, αλλά τελικά με πλούσια προσωπικά στοιχεία, ο Γίππες καταλήγει να είναι άξιος συνεχιστής και όχι απλός μιμητής του Μπαρξ.  Για κάποιο λόγο όμως δεν έχουμε δει παρά ελάχιστες ιστορίες που να είναι αξιομνημόνευτες. Ίσως γιατί θυμίζει περισσότερο ύστερο Μπαρξ, όπου οι μικρές του ιστορίες υστερούσαν πια στη «δύναμη» που είχε νεότερος.

ΜΠΑΣ & ΜΑΟΥ ΧΕΫΜΑΝΣ
Ιδιαίτερο σκίτσο, όχι απαραίτητα συμπαθητικό. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να το κοιτάξεις πολύ περισσότερη ώρα, από τα ορνιθοσκαλίσματα του Μίλτον,  μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι σου 'ρχεται να ξεράσεις. Ωστόσο σχεδιαστικά ψιλο-συνεπείς καλλιτέχνες. Αυτό σημαίνει ότι δεν «ξεφεύγει» το χέρι τους σε προχειρότητα, αυτό που θέλουν να σχεδιάσουν αυτό σχεδιάζουν κι άμα σ' αρέσει. Απορία: ποιος αδερφός αντιγράφει ποιον;;; Συνολικά, βαρετοί και αδιάφοροι κι οι δυο τους. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας χωρίς να ξανακούσουμε γι' αυτούς και δίχως να μας λείψουν στο παραμικρό. Ούτε καν για συμπλήρωμα τεύχους.

ΦΡΕΝΤΥ ΜΙΛΤΟΝ 
Ο σχεδιαστής  που σε κάνει να εκτιμάς περισσότερο τις ζωγραφιές των παιδιών με ειδικές ανάγκες (και δεν το λέω αυτό υποτιμητικά για τα τελευταία). Μα τις χίλιες καπνιστές φάλαινες, τι διάολο γυρεύει αυτός ο τσαρλατάνος στο ΚΟΜΙΞ, αδυνατώ να καταλάβω. Μάλλον γλύφει κανά κωλαράκι κι έχει πέσει πολύ σπρώξιμο από Ντίσνεϋ. Ανόητος, ατάλαντος, απεχθής. Για ηλικίες μέχρι 3 ετών. Πώς είπατε; δε θα ξέρουν ακόμη να διαβάζουν; Ε και;

ΚΟΜΙΞ #271, Ιανουάριος 2011
"Το ράλλυ των αδίστακτων", Φρέντυ Μίλτον

ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Τυπικό καρέ. Η αγωνία του καλλιτέχνη είναι απροκάλυπτα ζωγραφισμένη στη φάτσα του κακού ήρωα: ούτε μια γραμμή δεν έχει σχεδιαστεί στη σωστή θέση! ΔΕΞΙΑ: Όπου ο Μίλτον αποκαλύπτει και γνώσεις βυζαντινής αγιογραφίας: παντελής έλλειψη προοπτικής αντίληψης! Τα κεφάλια των Χ-Λ-Ντιούη είναι σαφώς μεγαλύτερα από εκείνο του θείου τους, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται 5-6 μέτρα μακρύτερα. Ήρωες δίχως πλαστικότητα, χοντροκομμένοι και δυσανάλογοι. Η καλλιτεχνική φτώχεια στο μεγαλείο της, μοιρασμένη άφθονα σε όλο το εύρος των 12 σελίδων της ιστορίας.
ΚΟΜΙΞ #272, Φεβρουάριος 2011
"Στοίχημα εκατομμυριούχων", Φρέντυ Μίλτον 

ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Ουπς! Ξέχασα να ζωγραφίσω ένα σκαλοπάτι, μονολογεί ο κατ΄ εξακολούθηση άτυχος Μίλτον! Ευτυχώς, που υπάρχει το προηγούμενο να καταλάβει ο κόσμος ότι πρόκειται για σκάλα και όχι για... ξυλοπόδαρα. Την επόμενη φορά ελπίζουμε επιπλέον να καταφέρει να σχεδιάζει πόδια, που να φαίνονται ότι όντως πατάνε σε μια σκάλα και δεν αιωρούνται απλά μπροστά της. ΔΕΞΙΑ: Όπου για όσους δεν κατάλαβαν, η μουτζούρα που μοιάζει με χυμένο μελάνι, δεν είναι παρά μεταμφίεση γενειάδας ή φαβορίτα τύπου Κόκοτα (τουλάχιστον έτσι αντιλαμβάνεται τα πράγματα η αρρωστημένη φαντασία του σχεδιαστή).
Υστερόγραφο

Πού είναι λοιπόν όλοι αυτοί που αγαπήσαμε και απομείναμε με του μετρίους; Πού είναι λοιπόν ο Romano Scarpa με τα πολλά πρόσωπα (που τιμήθηκε για λίγα ΚΟΜΙΞ, αλλά κατόπιν αγνοήθηκε επιδεικτικά), ο Giorgio Cavazzano που με το δυναμικό, χορταστικό του σχέδιο γέμιζε επάξια τα καρέ του μεγάλου Μίκυ, ο Luciano Bottaro με την καθαρή γραμμή και το ιδιόρρυθμο χιούμορ, που «προτιμούσε» τις σελίδες του κλασικού Μίκυ, η Adriana Cristina με τις χαριτωμένες ιστοριούλες και τις εκφραστικές της πάπιες, ο Corrado Mastantuono (μεταγενέστερα) με την υπερβολική του καρικατούρα, κι ένα σωρό άλλοι Ιταλοί ή άλλων εθνικοτήτων σχεδιαστές, καλλιτέχνες που αγαπήσαμε δίχως τότε να τους γνωρίζουμε, που μαζί τους μεγαλώσαμε και οι οποίοι κέρδισαν επάξια τα πρωτεία; Οι οποίοι κατοχύρωσαν, λέγω, μια θέση στην καρδιά μας γιατί δε βαριόντουσαν όταν κρατούσαν το μολύβι, γιατί ένιωθες ότι σε σέβονταν ως αναγνώστη, γιατί οι περιπέτειές τους ήταν όσο ισορροπημένες χρειαζόταν ώστε να διαβάζονται με την ίδια απόλαυση από μικρούς και μεγάλους εξίσου. Σαλαμαλέκουμ!


Το Άγιο Πνευματικό Δικαίωμα...

Για ευνόητους (;) λόγους, θα αποφύγω οποιαδήποτε νύξη στην οικονομική (παρά)φύση του καπιταλιστικού συστήματος και τις παράλογες και απροκάλυπτες ανισότητες, που δημιουργούνται απ' την εύκολη εκμετάλλευση της αγοραστικής μας προβατίλας. Θα προσπαθήσω να εξετάσω με την υπάρχουσα λογική της αγοράς, αν όλες οι μπαρούφες που μας πουλάν οι εταιρείες έχουν κάποια λογική βάση ή πρόκειται για πενιχρά παραμύθια, ελλεεινής παραδοπιστίας. Υπόσχομαι να είμαι απόλυτα αντικειμενικός στην μεροληψία μου. (???)

Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, τι είναι τελικά αυτό που στερούμε από έναν καλλιτέχνη (ή την εταιρεία που τον εκμεταλλεύεται), κάθε φορά που αντιγράφουμε παράνομα ένα αλμπουμάκι ή μια ταινία του; Προφανώς, δεν είναι κάτι υλικό, κάτι απτό, εκείνο που του στερούμε. Δε μπαίνουμε στο σπίτι του ή στο γραφείο του. Δεν του στερούμε κάτι που δε θα μπορέσει να ξαναβρεί ποτέ, κάτι που έχει λειτουργική, συναισθηματική ή άλλη αξία για ‘κείνον Θα μπορούσαμε ν’ αντιγράψουμε ένα τραγούδι μία ή ένα εκατομμύριο εκατόν μία χιλιάδες εκατόν μία και δέκα φορές, και πάλι ο καλλιτέχνης να μην έχει πάρει χαμπάρι, να μην έχει βλαφθεί στο παραμικρό απ’ το μέγεθος της πράξης μας (τουλάχιστον άμεσα). Άρα η αναλογία, που επιχειρεί η διαφημιστική καμπάνια κατά της πειρατείας, είναι εν μέρει άστοχη: όταν κλέβεις ένα αυτοκίνητο, μια τσάντα ή ένα DVD απ’ το βιντεοκλάμπ, κλέβεις όντως ένα αυτοκίνητο, μια τσάντα κι ένα DVD απ’ το βιντεοκλάμπ!!

Απ’ την άλλη πάλι, ούτε κάτι πνευματικό είναι αυτό που στερούμε απ’ τους καλλιτέχνες. Δεν τους στερούμε το άλμπουμ καθαυτό, την έμπνευση, τη σύλληψη ή την εκτέλεση των έργων τους. Δεν προσπαθούμε να κάνουμε χοντρή κονόμα στ’ όνομά τους, ούτε φυσικά να ιδιοποιηθούμε τη δημιουργία τους στερώντας την πραγματική της ταυτότητα - κάτι που θα ήταν όντως άτιμο και άδικο. Δεν πουλάμε τ’ «αυθεντικά» εσώρουχα της Αντζελίνα Τζολί, αρκουδάκια με τη φωνή του Λουτσιάνο Παβαρότι ή δε βγαίνουμε στα κανάλια διαρρηγνύοντας ιμάτια, γιατί τα περισσότερα τραγούδια του ο Αγγελάκας τα έχει κλέψει απ’ το ημερολόγιο της συγχωρεμένης της γιαγιάς μας.

Με άλλα λόγια, κάθε φορά που αντιγράφουμε παράνομα, δε στερούμε από κανέναν τίποτα πομπώδες και πνευματικά αναντικατάστατο. Το μόνο που στερούμε, τελικά, από τους καλλιτέχνες (ή τις εταιρείες) δεν είναι παρά λεφτά και μόνο λεφτά. Φυσικά, δε θέλω να υποστηρίξω σε καμία περίπτωση, ότι η επιβίωση του καλλιτέχνη είναι ήσσωνος σημασίας. Αλλά να τελειώνουμε πια μ’ αυτην την κοροϊδία περί «πνευματικών» δικαιωμάτων. Τα δικαιώματα αφορούν σε, καθ’ όλες τις διαστάσεις τους, υλικά και κολαριστά χαρτονομίσματα, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν πνευματικά μονάχα κατ’ ευφημισμόν.

Τα του καίσαρος τω καίσαρι...

Τα άλλα δικαιώματα, τα πνευματικά, πληρώνονται «τοις μετρητοίς» και καθημερινά κάθε φορά που ζητάμε το «Μια βραδιά στο λούκι των Κατσιμίχα» και όχι απλά το «Μια βραδιά στο λούκι», κάθε φορά που θυμόμαστε τον «ΕΤ του Σπίλμπεργκ» κι όχι απλά τον «ΕΤ» (που θα μπορούσε να εννοούμε και τον Ελεύθερο Τύπο). Πνευματικά δικαιώματα πληρώνουμε κάθε φορά που φαλτσάρουμε συντροφιά με τα τραγούδια τους ή όταν αναμιγνύουμε ατάκες απ’ τις αγαπημένες μας ταινίες στον καθημερινό μας λόγο ∙ κάθε φορά που συνδέουμε μια αυστηρά προσωπική μας στιγμή με τις μελωδίες ή τις εικόνες τους ∙ κάθε φορά που ζητωκραυγάζουμε για πάρτη τους στις συναυλίες ή παγώνουμε στα καθίσματα των κινηματογράφων από την ένταση ∙ κάθε φορά που συζητάμε για την αφεντιά τους με τους φίλους μας ή κάθε φορά που γίνεται λαϊκό προσκύνημα, όταν κάποιος από το σινάφι τους πεθαίνει έχοντας αποτύχει στην πολλοστή του αποτοξίνωση. Στο κάτω-κάτω, ακόμη κι αυτό το ίδιο το γεγονός της πειρατείας, όταν ψάχνουμε σαν τρελοί να «κατεβάσουμε» το τελευταίο πολυαναμενόμενο άλμπουμ ή ταινία, είναι ένα είδος ικανοποίησης, ένα είδος απότισης πνευματικής τιμής στους δημιουργούς. Άλλο πράμα, αν δεν τους ικανοποιεί μονάχα η δόξα, αν χρειάζονται ζεστό χρήμα όχι μόνο για να ζήσουν σαν άνθρωποι, αλλά και για να συντηρούν τις υπερβολές τους (τέλος πάντων, μια μεγάλη μερίδα από αυτούς).


H Rihanna, ένα φτωχό κορίτσι των Μπαρμπάντος, είναι μια απ' τις μεγαλύτερες πληγείσες της μουσικής πειρατείας. Απόκαλύπτει χαρακτηριστικά: «Από τα γεννοφάσκια μου, ονειρευόμουν ένα σπίτι 20 εκατομμυρίων δολλαρίων. Κατάφερα, κι αυτό με μεγάλες δυσκολίες, να μαζέψω μόλις τα μισά χρήματα. Η μουσική πειρατεία μου στέρησε τα παιδικά μου όνειρα! Τώρα με βασανίζει ένα μεγάλο "γιατί", γι' αυτή την κοινωνική αδικία που μαστίζει ολόκληρο τον καλλιτεχνικό κόσμο».








Αφού είδαμε λοιπόν τι είναι αυτό που πραγματικά στερούμε απ’ τους καλλιτέχνες (και μάλλον από τις εταιρείες), δηλαδή χρήμα και μόνο χρήμα, ας εξετάσουμε αν είναι δίκαιο το αντίτιμο που ζητάνε γι’ αυτό που προσφέρουν και κατά, συνέπεια, αν είναι άδικη - μέχρι κάποιο σημείο – η δική μας συμπεριφορά.

Φωνάζει ο κλέφτης...

Να τονίσουμε, έτσι παρενθετικά - για όσους βέβαια είναι σε θέση να ξεπεράσουν τα μικρο-αστικο-χριστιανικά τσιπάκια τους και να το χωνέψουν αυτό - ότι σε αντίθεση με το φόνο η κλοπή δεν έχει κατωχυρωθεί στη συνείδηση του κόσμου ως πράξη, συνολικά, ανήθικη. Θέλω να πω: ακόμη κι ο φονιάς, ασχέτως κίνητρων, πιθανότατα συνειδητοποιεί ότι βλάπτει ανεπανόρθωτα το θύμα του. Ένας κλέφτης, από την άλλη, δε δεσμεύεται απαραιτήτως από τις ίδιες ανησυχίες. Όταν αφαιρείς από κάποιον τη ζωή του, ουσιαστικά, δεν του στερείς ένα πράγμα αλλά τα πάντα. Όταν αφαιρείς από ένα δισεκατομμυριούχο χίλια ή ένα εκατομμύριο ευρώ δεν είναι δυνατόν να παραδεχτείς εύκολα ότι του προξενείς καμία ιδιαίτερη βλάβη. Μην αρχίσουμε τις ηθικές ασυναρτησίες, εδώ μιλάμε καθαρά πρακτικά, μιλάμε ποσοτικά.

Φυσικά κι υπάρχουν πρακτικές ενστάσεις σε όλα αυτά: πχ. αν όλοι κλέψουν απ’ το δισεκατομμυριούχο χίλια ευρώ, τότε θα καταλήξει χειρότερος φτωχομπινές απ’ τους θύτες του. Εδώ όμως δεν υπάρχει ηθική διάσταση της πράξης καθαυτής, αλλά ζήτημα του πολλαπλασιασμού της εκατομμύρια φορές. Γι’ αυτό απαιτούνται πρακτικές και όχι ψευδο-ηθικές λύσεις. Παρακάτω, θα αναζητήσουμε πιθανές ισορροπίες στο θέμα που μας απασχολεί, από τη μία προσπαθώντας να προστατεύσουμε εξίσου τα «δικαιώματα» των καλλιτεχνών αλλά και των αντιγραφέων, από την άλλη αναζητώντας ποια είναι τελικά τα ηθικά όρια και των δύο.

Εν κατακλείδι, τα υλικά δικαιώματα επιβάλλουν υλικές υποχρεώσεις, τα πνευματικά δικαιώματα πνευματικές υποχρεώσεις. Οι τελευταίες, θεωρώ, πληρούνται στο έπακρο απ’ τη καταναλωτική μάζα. Κάθε άλλος συνδυασμός είναι σχήμα κατ’ ευφημισμόν, με μοναδικό στόχο να εκφοβίσει, να ενοχοποιήσει, να εκβιάσει.
 

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Καλύτερα να μασάς, παρά να μιλάς... [Μέρος Β]

Περίληψη των προηγούμενων: όπου ο εικαστικός Τσόκλης, καταδιώκεται από ογκώδη και περίκαυλο αράπακλα, επιζητώντας άθελά του το βιασμό. Την τελευταία στιγμή, παραδίδεται και ξεσπώντας σε λυγμούς ζητά την επιείκεια του διώκτη του. Εκείνος ανελέητος ολοκληρώνει, καταλήγοντας λίγο πριν αποχαιρετήσει το θύμα του, σε τούτο τον εξαιρετικό θεατρικό μονόλογο: "Κε Τσόκλη, σας ζητώ συγνώμη απ' τα βάθη της καρδιάς μου. Εγώ είμαι ένας απλός υπάλληλος κι αν σας ξέσκισα αγρίως, είνα γιατί απλά ακολουθώ τις εντολές της μητέρας Φύσης. Οφείλετε όμως να παραδεχτείτε ότι ήταν ένα εικαστικά θαυμάσιο γαμήσι"!

Από διαφημιστική εκστρατεία της Μπέεενετον.
Μέρος Β - Παιδί, όπως λέμε παλιμπαιδισμός.

Αλλά – για να επιστρέψουμε πάλι στο τιμώμενο πρόσωπο – ο δύσμοιρος εικαστικός,  φαίνεται πως βάλλεται από τη μία ήττα πίσω απ’ την άλλη. Για να δούμε τι λέει ακριβώς, στο απόσπασμα από τη ΝΕΤ:

«Πολλές φορές με ρωτήσανε τι σημαίνει αυτή η υπόθεση του παιδιού. Όλοι ξέρουμε τι σημαίνει. Νομίζω πως... θα ήταν ίσως... ανέντιμο να εξηγήσουμε. Συμβαίνει ότι εμείς είμαστε άντρες μιας κάποιας ηλικίας. Και σημαίνει ότι έχουμε... υφιστάμεθα τη γοητεία του ξυπνήματος της νεότητος. Και θα θέλαμε να μετέχουμε σ’ αυτό. Και ξέρουμε όλοι ότι δε μας επιτρέπεται. Ξέρουμε ότι κινδυνεύουμε να τιμωρηθούμε γι’ αυτό. Όμως η επιθυμία μας υπάρχει και παραμένει. Είναι ένας τρόπος λοιπόν να αποδείξουμε... να εντείνουμε αυτό το αίσθημα της ενοχής, που όλοι έχουμε μπροστά σε κάποια φαινόμενα και τη δειλία μας, βέβαια, να ικανοποιήσουμε επιθυμίες που η φύση η ίδια μας επιβάλλει.

Πολλές φορές μιλάνε για βιαστές... Δεν καταλαβαίνω γιατί ο βιαστής είναι κακ... πιο κακός άνθρωπος από την κοπέλα που βγάζει τα βυζιά της απ’ όξω ή φοράει τη φούστα και φαίνεται τ... η κυλότα της. Εγώ νομίζω πως την βία τη ζητάει η ίδια, θέλει να τη βιάσουν. Δεν καταλαβν γιατί η αστυνομία πιάνει τον άνθρωπο που τη βίασε και τον βάζει μέσα και δε βάζει αυτή την ίδια που τον προκαλεί. Αφού η φύση τον σπρώχνει να κάνει αυτό. Έχω άλλες απόψεις για τα πράγματα, πώς να στο πω βρε παιδί μου. Δε ξέρω. Θα ‘θελα κάθε φορά που γίνεται ένας βιασμός, θα ‘θελα να δω γιατί γίνεται, ποιος έφταιξε απ’ τους δυο. Ποιος είναι αλήθεια πιο ζωντανός άνθρωπος; Ο γερο-ηλίθιος που κάθεται στο σπίτι του και δεν έχει κανέναν ερωτισμό μέσα του ή εκείνος που ρισκάροντας την... τη ζωή του την ίδια, την ελευθεριά του, επιτίθεται σ’ ένα πλάσμα σεξουαλικό και θέλει να το φιλήσει, να τ’ αγκαλιάσει, να το σφίξει. Μα γιατί; ποιος είναι ο πιο καλός; Και πώς η ζωή θα γινότανε πιο ενδιαφέρουσα; Μ’ εκείνους τους ανέραστους, που δε συγκινούνται μπροστά στο φαινόμενο ή εκείνους που... το πάθος, ξεχειλίζοντας, τους κάνει να επιτεθούν; Και δεν είναι ωραίο πράγμα, στο κάτω-κάτω, η επίθεση βρε παιδί μου; Να καταλάβεις αυτό το πράγμα, αυτό που η φύση έπλασε προκλητικό, να το γευτείς, να το χαρείς. Είναι αναρχικές αυτές οι σκέψεις το ξέρω, αλλά δεν είναι φυσικές; Δε μ’ αρέσουν αυτά τα πράγματα που λέω. Ίσως, μάλιστα, να με κάνει να χάνω μερικούς φίλους, ίσως και να παρεξηγούνται. Νομίζω όμως ότι είναι αληθινά».

Όποιος δεν έχει καταλάβει ακόμη αυτό που συμβαίνει εδώ, τότε είτε δεν είναι άντρας, είτε δε θέλει να καταλάβει, είτε και τα δύο μαζί. Ο Τσόκλης εδώ, σε καμία περίπτωση, δεν υπερασπίζεται το βιασμό. Όποιος αντιλαμβάνεται αυτό μονάχα, τότε είτε είναι συναισθηματικά φορτισμένος και (δικαίως) αδυνατεί, είτε είναι απλά συναισθηματικά ηλίθιος (αν και πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάποιες εκφράσεις του καλλιτέχνη είναι παντελώς άστοχες).

Φεμινισμός που κατανοεί ή ψευδο-φεμινισμός που εθελοτυφλεί;

Αυτό που συμβαίνει εδώ, είναι ότι ο Τσόκλης κραυγάζει την ήττα του. Όχι την ήττα του καλλιτέχνη, αλλά εκείνη του ανθρώπου που γέρασε. Ανοίγει την ψυχή του αυθόρμητα κι αφήνει την εκκωφαντική, σπαρακτική του κραυγή για το χρόνο και τα νιάτα, που τον πρόδωσαν - όπως φυσικά προδίδουν τον καθένα. Εξομολογείται αυτό που οι περισσότεροι άντρες σκέφτονται ή έχουν κάποτε σκεφτεί, όμως παρασύρεται και το κάνει χωρίς ενδοιασμούς, όπως κουβεντιάζει κανείς με το φιλαράκι του στην καφετέρια. Με την παιδική αφέλεια της στεναχώριας ή της καλλιτεχνικής του απελπισίας, θεωρεί ότι ο γυναικείος ψυχισμός είναι ικανός να χωρέσει όλες τις αλήθειες μιας εξομολόγησης. Ακόμη κι εκείνες που μπορεί ν’ αποκαλύψουν για τον σύντροφο ή τον πατέρα μας, ότι - χωρίς οι άνθρωποι να είναι απαραίτητα επίδοξοι βιαστές – μπορεί να κρύβουν στα σωθικά τους ένα καταπιεσμένο ζώο. Ένα ζώο που ποθεί συχνά να κατακτήσει, να καταβάλλει, να διεισδύσει, να πονέσει τη γυμνή, παραδωμένη γυναικεία σάρκα.

Ο Τσόκλης ξεκινάει (στο παρατιθέμενο απόσπασμα) με γλώσσα τόσο σεμνή, ζυγισμένη και «πολιτισμένη», στα πρόθυρα του γλοιώδους. Το πρόσωπό του πρήζεται και φουσκώνει από την αγωνία: να διαλέξει τις σωστές λέξεις, να μην παρεξηγηθεί, να φανεί η σωστή διάσταση των νοημάτων, πολύ άγχος βρε αδερφέ! Θέλει τόσο να μας ανοίξει την ψυχή του, να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους, αλλά πνίγεται! Έτσι αναπόφευκτα, οι δυνάμεις του κάποτε τον εγκαταλείπουν. Η συναισθηματική φόρτιση παίρνει το πάνω χέρι, αφήνεται. Οι λέξεις του από λόγιες γίνονται λέξεις «λαϊκές», χυμώδεις, γίνονται τίμιες: με άλλα λόγια λένε ακριβώς εκείνο που εννοούν. Η γλώσσα του παίρνει φωτιά (με την καλή έννοια), γίνεται αυθόρμητος, ο λόγος του χειμμαρώδης, φρενήρης. Γίνεται το παιδί, που με ντροπή κι ενοχή ανάμικτα, απελευθερώνει επιτέλους όλα εκείνα, που τόσο καιρό του βασανίζουν την καρδούλα (μάτια μου)!

Τέρμα ο πολιτισμός και το «δήθεν»! Το «αίσθημα της ενοχής, που όλοι έχουμε μπροστά σε κάποια φαινόμενα» γίνεται πια ξεκάθαρα τα «βυζιά απ’ όξω» και «το βρακί», που εξευρωπαϊζεται την τελευταία στιγμή σε «κιλότα». Ουφ, και το σώσαμε δηλαδή! Λέει «εγώ νομίζω πως την βία τη ζητάει η ίδια, θέλει να τη βιάσουν», αλλά στην πραγματικότητα δεν καθαγιάζει το βιασμό. Παραφράζει ατάκες της καθημερινότητας και της καφετέριας, του τύπου «τη γαμάς τώρα, για δε τη γαμάς» ή «να τη βάλεις κάτω, να της πετάξεις τα μάτια έξω». Ατάκες που δεν υποννούν φυσικά το βιασμό, υπονοούν όμως την καύλα και τη φαντασίωση. Κι όταν ο Τσόκλης «βάζει» τη γυναίκα να επιζητά η ίδια το βιασμό της, στην πραγματικότητα (λίγο άστοχα) θέλει να πει ότι υπόκειται κι αυτή στα ίδια ένστικτα, που υπόκειται ο κατάπτυστος βιαστής, δηλαδή στη φύση. Στη φύση της, δηλαδή, να προβάλλει τη σεξουαλικότητά της, να επιζητά την προσοχή. Η ίδια δεν επιθυμεί το βιασμό, η μαμά-Φύση όμως επιθυμεί την κατάκτησή της, αδιάφορο αν αυτή θα γίνει με τη συγκατάθεσή της ή όχι.

Τέλος πάντων, παλεύει να πει κάτι ουσιαστικό ο άμοιρος καλλιτέχνης, αλλά το χάνει σε πολλαπλά επίπεδα. Μπλέκει τους προσωπικούς, γεροντίστικους πόθους του με το μεγαλείο της υπέρβασης, που επιχειρεί να συλλάβει. Μα εκεί, λίγο πριν τη σύλληψη, σκοντάφτει και σωριάζεται και γεμίζει όλο τον κόσμο με τις ακαθαρσίες του. Τσκ τσκ, ντροπή αγαπητέ μας! Αντί να τα μπαλώνεις, ζήτα απλά και καμιά συγνώμη!

Αναρχισμός: άγνοια ή άνοια; 

«Είναι αναρχικές αυτές οι σκέψεις το ξέρω, αλλά δεν είναι φυσικές»; Ούτε αναρχικές είναι οι σκέψεις σου, τουλάχιστον έτσι όπως τις εννοείς, άρα κολοκύθια ξέρεις, ούτε ο αναρχισμός βρίσκεται σε αντίθεση με ό,τι θεωρείται φυσικό, άρα εκείνο το «αλλά» είναι για τα πανηγύρια. Να εξετάσουμε όμως με ψυχραιμία, γιατί οι σκέψεις του κ. Τσόκλη δεν είναι αναρχικές ούτε για πλάκα, αλλά ταυτοχρόνως συμβαίνει... να είναι και λιγάκι!

Από μια άποψη, ο κατηγορούμενος δικαιολογείται λιγάκι να λέει ασυναρτησίες. Ο αναρχισμός προβάλεται συνήθως, εντελώς λανθασμένα, ως ιδεολογία. Οι ιδεολογίες όμως τόσο από την ίδια τους τη φύση, όσο και απ' τη στενομυαλιά με την οποία εφαρμόζονται ανέκαθεν, κατάληξαν συνώνυμες της ιδεοληψίας και του δογματισμού. Μια οποιαδήποτε ιδεολογία κλίνει περισσότερο προς το θρησκευτικό σύνδρομο, παρά προς την ελεύθερη σκέψη. Κι αυτό γιατί κάθε ιδεολογία περιστρέφεται πάντα γύρω από μια μείζονα ηθική αρχή, μια αρχή η οποία αξιωματικά γίνεται αποδεκτή, με άλλα λόγια ένα δόγμα. Ο αναρχισμός, αντιθέτως, δεν έχει δόγμα. Αντ' αυτού έχει ως αφετηρία μια πραγματικότητα (την εκμετάλλευση των μαζών από λίγους, ισχυρούς) και μια επιθυμία (μη μας τα πρήζετε άλλο και φέρτε πίσω ό,τι δε σας ανήκει). Από εκεί και πέρα, επιτρέπει στους ανθρώπους να συνασπίζονται ελεύθερα γύρω από οποιαδήποτε μαλακία τους γοητεύει, χωρίς όμως να επιβάλλει καμία εξ' ορισμού ή εξ' ουρανού αλήθεια. Έτσι ο αναρχισμός είναι περισσότερο θεωρία, παρά ιδεολογία.

Συμπερασματικά, ο κ. Τσόκλης σφάλλει οικτρά όταν εξισώνει την επιθετική δράση με την αναρχική. Κάθε αναρχική ομάδα επιλέγει ελεύθερα τους δικούς της τρόπους δράσης. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα κάποιες να ακολουθούν επιθετικούς δρόμους, πολύ περισσότερες όμως να επιλέγουν εντελώς διαφορετικές τακτικές. Είναι άδικο και άτιμο, να χαρακτηρίζεται ένα ποικιλόμορφο, ολοζώντανο σύνολο από την ειδική περίπτωση. Είναι ο βλάκας που γνωρίζει έναν κοντό Ολλανδό και νομίζει πως όλοι οι Ολλανδοί είναι κοντοί. Κι αν θέλετε να το δούμε κι αλλιώς, η επιθετικότητα είναι κύριο χαρακτηριστικό της κάθε εξουσίας. Οι (ειλικρινείς) αναρχικοί όχι μόνο δεν εκφράζουν κανενός είδους εξουσία, αλλά είναι και αντίθετοι με κάθε μορφή της.

Όπου ο γνωστός εικαστικός κ. Τσίκλας, συνεπικουρούμενος απ' τη διάσημη καλλιτέχνιδα Μπενούτσι, επιδίδεται στην εικαστική αναπαράσταση ενός βιασμού. Προσέξτε πόσο ύπουλα, το σέξι μπούτι και η ξυρισμένη γάμπα, λειτουργούν ως ηθικοί αυτουργοί του ανοσιουργήματος, παρασύροντας το πραγματικό θύμα (δηλαδή το βιαστή) να δράσει αναρχικά, παρά τη θέλησή του! [Κάθε ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική και ξένη προς τις προθέσεις των γραφόντων].
Κώστας Τσόκλης: ο αναρχικός!

Εξουσία όμως επάνω μας δεν ασκούν μόνο οι κυβερνήσεις και οι πολυεθνικές, αλλά και οι ιδέες, τα δόγματα που προαναφέραμε. Δεν θα ήταν άστοχο να λέγαμε πως η πολιτική / κοινωνική / οικονομική υποτέλεια ξεκινάει πρώτα από μια διανοητική υποτέλεια. Όταν, για παράδειγμα,  θεωρεί κανείς ότι έτσι είναι ο κόσμος «φτιαγμένος» (να υπάρχουν δηλαδή φτωχοί και πλούσιοι, αδύναμοι και ισχυροί, θύματα και θύτες) ουσιαστικά υπογράφει δήλωση υποταγής, καταρχήν μέσα στη γκλάβα του. Η πλέον εύλογη συνέπεια είναι, από 'κει και πέρα, να υποτάσσεται αναπόφευκτα και στον καθημερινό του βίο. Ο αναρχισμός - κάτι που σπάνια θίγεται - αντίκειται επιπλέον και σε κάθε μορφή διανοητικής αρχής. Δε δέχεται δηλαδή το αλάθητο, το θέσφατο, το υπεράνω κριτικής, την τυφλή πίστη.

Έτσι, όταν ο κ. Τσόκλης και ο κάθε Τσόκλης, μας προκαλεί είτε με την ευφυία του, είτε με την ανοησία / αστοχία του, να κοιτάξουμε τον κόσμο με άλλο βλέμμα, αντικρύζοντας ακόμη κι εκείνο που φαντάζει στα μάτια μας απεχθές, αυτό που κάνει ουσιαστικά (δίχως να το καταλαβαίνει, γιατί αυτά που καταλαβαίνει είναι μαλακίες) είναι μια άσκηση «αναρχικής» αντίληψης (τα εισαγωγικά, για κάθε επιφυλάξη!). Ναι ο βιασμός είναι απεχθής, είναι κατάπτυστος και ποινικά κολάσιμος! Αλλά γιατί να είναι το ταμπού εκείνο, που εξουσιάζει και περιορίζει την ελευθερία της φαντασίας μας, την ελευθερία της κατανόησης; Γιατί να μη σταθούμε πάνω απ' την εικόνα ενός βιασμού - σε κάποια συναισθηματική απόσταση φυσικά, διαφορετικά δεν είναι δυνατόν - και να επανερμηνεύσουμε την κάθε πτυχή του, το «χρώμα» του, το θύμα όσο και το θύτη εξίσου, τον πόνο, την ηδονή, τα αίτια κι όλο ετούτο το μικρό σύμπαν αυτής της σκοτεινής πράξης;

Γιατί αυτό ακριβώς καλείται να κάνει ο ψυχολόγος, ο κοινωνιολόγος, ο νομοθέτης και όλοι ετούτοι οι άνθρωποι, οι οποίοι καλούνται να εξετάσουν και να κατανοήσουν συνολικά την πράξη. Καλούνται να αποστασιοποιηθούν απ' τη ματιά του θύματος, τυφλή απ' τη βιωμένη φρίκη, και να εξετάσουν τις πτυχές εκείνες που αδυνατεί ν' αγγίξει όχι μόνο το θύμα και το στενό του περιβάλλον, αλλά και η «δήθεν» κοινωνική, μικρο-αστική μας ευσυγκινησία. Γιατί, όμως, αναγνωρίζουμε το δικαίωμα ετούτο στους επιστήμονες, αλλά όχι στους καλλιτέχνες ή στον οποιονδήποτε, τέλος πάντων; Γιατί ξαμολάμε όλο μας το μένος, εναντίον όσων μας «έθιξαν» κάποιο θέμα ταμπού και δεν τον κοιτάμε με ψυχραιμία στα μάτια; Στο κάτω-κάτω ο βιαστής δεν είναι απαραίτητα το τέρας, που θα μας συνέφερε να φανταζόμαστε. Θα μπορούσε να είναι ο αδερφός μας, ο φίλος μας ή ο πατέρας μας, αλλά δεν τολμάμε ούτε να το σκεφτούμε αυτό. Δεν είναι εξίσου υποκριτικό, εκ μέρους μας, να χύνουμε ποτάμια ευαισθησίας για το ταλαιπωρημένο πρεζόνι, αναζητώντας τις «κοινωνικές παραμέτρους» που τον έφεραν στο χείλος της αυτο-καταστροφής, αλλά στο βιαστή να βλέπουμε απλά ένα τέρας, αποκομμένο από την γενικότερη κοινωνική πραγματικότητα; Προς σκέψη και συζήτηση... 

Τσόκ-ο γιόκ-ο! 

«Δε μ’ αρέσουν αυτά τα πράγματα που λέω» λέει. «Ε τότε βούλωσέ το, το ρημάδι!» λέμε εμείς και σας αποχαιρετούμε με αγάπη και στην ευχή του Θεού, αμήν!
 

Καλύτερα να μασάς, παρά να μιλάς... [Μέρος Α]

Ζήτημα έγινε τις προάλλες για μια ατάκα που πέταξε ο γνωστός εικαστικός Κώστας Τσόκλης, η οποία θεωρήθηκε ένα είδος ηθικής υπεράσπισης του βιασμού. Η ατάκα εκτοξεύτηκε σε μια εκπομπή της ΝΕΤ αφιερωμένη στη αφεντομουτσουνάρα του. Παρουσιάζω ένα-δύο συνδέσμους πάνω στο θέμα και προχωρώ πάραυτα, με τη γνωστή σοφία που με διακρίνει, στην επίλυση κάθε παραξήγησης, να ‘ούμε...

Αποσπάσματα από έρωτες...

http://www.youtube.com/watch?v=DstM7zIIzhg

Το ίδιο ακριβώς, δια τη βέλτιστη δυνατή εμπέδωση...

  http://www.youtube.com/watch?v=sXa9f8VTinE&feature=related

Με την ξεχωριστή, πάντα χαριτωμένη ματιά του STAR...

http://www.youtube.com/watch?v=lpahzlhhXII

Όμως την πολυτιμότερη βοήθεια, για να σχηματίσω ιδία άποψη, μου την παρείχε μια κυριακάτικη συνέντευξή του στο ΒΗΜΑgazino, με τίτλο «Το όνομά μου δεν είναι τυχαίο. Τσοκ θα πει “πολύ”, μπορεί να σημαίνει και υπερφίαλος»! Τώρα από τι«πολύ» διακατέχεται ο καλλιτέχνης, θα φανεί ξεκάθαρα από τα παρακάτω. Άμα δε βαριέστε ρίξτε μια ματιά και στο άρθρο (άμα το βρείτε, να μου τρυπήσε τη μύτηρ).

Τσοκ έχουν και τ’ αυτοκίνητα. Και;

Τι σημαίνει «τσοκ» δε μας ενδιαφέρει. Ένα θα σας πω, να τελειώνουμε, ώστε άμα βαριεστε να μη διαβάσετε παρακάτω. Ο εικαστικός κ. Τσόκλης δεν είναι ούτε πολύ μαλάκας, ούτε πολύ ανώμαλος, ούτε πολύ βιαστής, ούτε πολύ πνευματικός, ούτε πολύ έξυπνος. Όλοι, μα όλοι οι κατήγοροί του ξαστόχησαν οικτρά! Ο εικαστικός κ. Τσόκλης δεν είναι ούτε το τέρας, που θα ήθελαν σαν αποδιοπομπαίο τράγο της γενικότερης ανωμαλίας τους, όλα ανεξαιρέτως τα κανάλια. Ο εικαστικός κ. Τσόκλης είναι απλά, ξεκάθαρα και ξάστερα ένας τραγικά μεγάλος... ΑΦΕΛΗΣ! Ναι, ναι, καλά διαβάσατε και δεν το ξαναλέω! Στο γραπτό λόγο, άμα δεν καταλαβαίνεις κάτι δε βάζεις το συγγραφέα να το ξαναγράψει. Κουνάς λίγο τα ματάκια σου αντιστρόφως και το... ξαναδιαβάζεις! Για τίποτα περισσότερο, λοιπόν, δε δικαιούμαστε να τον κατηγορήσουμε, παρά για αφέλεια και μόνον. Όμως και για τίποτα λιγότερο. Τώρα αν διακατέχεται από την αφέλεια του ανόητου ή από εκείνη του μικρού παιδιού, ένας θεός ξέρει. Προσωπικά, νομίζω κάτι ανάμεσα κι εξηγούμαι αμέσως...

ΜΕΡΟΣ Α – Ανόητος, όπως λέμε ακατ-ανόητος.

Ο Τσόκλης ούτε το βιασμό υπερασπίζεται, ούτε τίποτα τέτοιο. Συνδύαζοντας τη γλαφυρή αφήγηση του τηλεοπτικού αποσπάσματος με στοιχεία του άρθρου (κάτι ζογκλερικά που έκανε κάποτε με τα καρπούζια στην αγορά, κάτι για τα όμορφα δάση μας που όμορφα καίγονται) κατάφερα να βγάλω άκρη! Δηλαδή, έτσι θέλω να πιστεύω. Να τι ήθελε να πει ο ποιητής... ε, συγνώμη... ο εικαστικός! (Προσοχή, ακολουθούν σοβαροφανείς ασυναρτησίες...)

Αυτό που προσπαθεί ο Τσόκλης είναι ν’ αντιληφθεί τον κόσμο γύρω του, απογυμνωμένο απ’ το στενό / αστικό / προκατειλημμένο / ηθικοπλαστικό βλέμμα του κοινού / μέσου / φοβισμένου ανθρώπου. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να ξεφλουδίσει κανείς από μια εικόνα ή ένα γεγονός το συναισθηματικά φορτισμένο περίβλημα, έτσι ώστε να παραμείνει το αντικείμενο της νόησης καθαρό, τελικά σύμβολο μονάχα του ίδιου του εαυτού του. Όταν οι εικόνες, οι δράσεις χάσουν αντίστοιχα τις συνήθεις ανθρώπινες μεταφράσεις τους, το μόνο που απομένει είναι το καθαρά αισθητικό φαινόμενο που αποτελούν καθαυτά, ως αισθήματα (δηλ. συλλήψεις των αισθήσεων). Χωρίς συμπεράσματα και συνειρμούς, απομένουν γυμνές εκδηλώσεις, συνεπείς μόνο με τους εαυτούς τους, αυτο-ολοκληρωμένες και αυτο-ικανοποιημένες. Στο μετέωρο αυτό σημείο, όπου το παρατηρούμενο δεν απειλείται ούτε απ’ το νείκος, ούτε απ’ τη φιλότητα, καταλήγουμε να παρατηρούμε - όσο αυτό είναι δυνατόν - το αντικείμενο στην υπαρξιακή του ουδετερότητα. Έτσι μια επίθεση, ένας βιασμός, μια πυρκαγιά, ένα φόνος, κτλ. μπορούν να έχουν (και όντως έχουν) αισθητική δύναμη, που ο συναισθηματικά συνδεδεμένος νους – απολύτως κατανοητό - αδυνατεί να προσεγγίσει. Φυσικά, για να επιτευχθεί αυτό, ένα απ’ τα προαπαιτούμενα είναι μια κάποια επαρκής, συναισθηματική αποστασιοποίηση. Υπ’ αυτή την έννοια, καταλήγει εξίσου αφελής με το στόχο της η κριτική του τύπου «αν ήταν η δική σου κόρη κτλ». Αν ήταν όντως η δική του κόρη αντικείμενο βιασμού, πιθανότατα (αλλά όχι απαραίτητα) ο κ. Τσόκλης να μην διακρινόταν απ’ την ψυχική ισορροπία που θα απαιτούσε μια παρόμοια φιλοδοξία. Αλλά αυτό, ως πραγματικότητα, δε θα μείωνε διόλου την εγκυρότητα των προηγούμενων απόψεων.

Ο Μέγας Ελαιοχρωματιστής...

Το πρόβλημα είναι ότι ο αγαπητός Τσόκλης καλύτερα να ζωγραφίζει, παρά να μιλάει! Ο λόγος του, τόσο επιτηδευμένος αρχικά, καταλήγει τόσο πρόστυχος και ασυνάρτητος στη συνέχεια, που τελικά οι λέξεις του ξαστοχούν παντελώς από εκείνο που αγωνίζεται να διατυπώσει, αλλά πέφτουν διάνα σ’ αυτό που πραγματικά σκέφτεται και νιώθει. Έτσι όμως, δίνει περισσότερο την εικόνα ενός μίζερου και γλοιώδη γερο-ξεκούτη, ενός ερωτικά (απο)στερημένου σάτυρου (κοινώς «πορνόγερου»), παρά την εντύπωση ενός προκλητικού και ρηξικέλευθου καλλιτέχνη. Κατηλειμμένος από πρόστυχες, νοερές, σπερματολαγνικές περιπλανήσεις, καμουφλαρισμένες ανεπιτυχώς κάτω από την ευγενή φαινάκη μιας παθιασμένης αναζήτησης κάποιου ιερού δισκοπότηρου της τέχνης, θέλει να μας πείσει ότι ξεσκίζει τις ανθρώπινες σάρκες εκ των έσω, όταν στην πραγματικότητα δείχνει να τις γλύφει με τη μανία του (πλέον) ανεκπλήρωτου, εκ των έξω. (Τί έγραψα πάλι, ο κερατάς!) Κοινώς, κλάφτα Χαράλαμπε... ε, συγνώμη... Τσόκλη! Καλύτερα να μασάς, παρά να μιλάς, καλέ μας άνθρωπε!

Είναι ανόητος ναι, γιατί νομίζει ότι μιλώντας μ’ αυτή την ψευδο-καλλιτεχνική διαφάνεια της ψυχής και των προθέσεων, απευθύνεται σε ανθρώπους έτοιμους ή «καλλιεργημένους», ώστε να κατανοήσουν τις «μεγαλειώδεις του συλλήψεις». Ανόητος γιατί νομίζει ότι υπερβαίνει τίποτε, μέχρι χθες επτασφράγιστες θύρες της καλλιτεχνικής διάνοιας, ενώ το μόνο που κάνει είναι ν’ αραδιάζει μπαρούφες χιλιο-ειπωμένες εδώ και χρόνια και μάλιστα χωρίς ίχνος εκφραστικής δεινότητας, πιστεύοντας ότι λέει τίποτα μεγαλειώδες. Ανόητος γιατί θεωρεί ότι μονάχη της, η υποτιθέμενη ευθύτητα και ειλικρίνειά του, αρκεί για να τον απενοχοποιήσει ή να καταστήσει τον απροετοίμαστο ακροατή συγκοινωνό του στην έκσταση. Ανόητος γιατί δεν καταλαβαίνει ότι μια μπαρούφα με σπέρματα σοφίας, χυμένη ωστόσο έξω απ’ το εννοιολογικό αιδοίο για το οποίο προορίζεται, δεν είναι ολοκληρωμένη ερωτική πράξη, αλλά αυνανισμός (κοινώς «μαλακία»). Κι ας λέει στο ΒΗΜΑgazino ότι δεν είναι ο «μέγας αυνανιστής». Του ανταπαντώ πως δε μπορεί παρά να είναι «αυνανιστής», καθ’ ότι καταδικασμένος απ’ την ίδια την καλλιτεχνική του φύση, όπως και κάθε καλλιτέχνης: αν είναι «μέγιστος» γιατί κανείς άλλος στην εποχή του δε θα μπορεί να τον ακολουθήσει στον πνευματικό του οργασμό, αν είναι απλά «μέγας» ή «μείζων» γιατί η μόνη του έγνοια θα είναι να γίνει «μέγιστος».

Φωτιά στα μπατζάκια μας και άλλα φλέγοντα...

Έλα τώρα που δε θες, βρωμερό πορνίδιο!!
Η αλήθεια είναι ότι ο βιασμός σαν εικόνα, έχει μια εξαιρετικά προκλητική «δύναμη», στα όρια του αρχετυπικού (όπως φυσικά και κάθε πράξη βίας). Αν αυτή η δύναμη κρίνεται «όμορφη», «απεχθής», «αισθητικά μεστή ή πλήρης» ή κάτι άλλο, αυτό είναι δικαίωμα του καθενός να το αποφασίσει. Εννοείται ότι, αναπόφευκτα, μας προκαλείται αποστροφή σα φανταζόμαστε τις μανάδες μας, τις αδερφές ή τις κόρες μας στη μέγγενη ενός βίαιου εναγκαλισμού. Ωστόσο, είμαστε σε θέση να δαμάσουμε το φόβο ή τη σιχαμάρα μας και να κοιτάξουμε κατάματα αυτό ακριβώς που αποστρεφόμαστε; Να καταλαγιάσουμε την ψυχή μας και να προχωρήσουμε ένα βήμα παραδίπλα; Προσοχή, όχι βαθύτερα μα παραδίπλα. Γιατί καμία «αλήθεια» από τις δύο δεν είναι ισχυρότερη ή αληθέστερη από την άλλη. Αποτελούν απλά διαφορετικές όψεις της ίδιας πραγματικότητας, καθεμία με τις δικές της προϋποθέσεις.

Η ερωτική ορμή που κατακτά και αλώνει, που ξεσκίζει και αποκτηνώνει όμοια θύτη και θύμα (δεν εννοώ ηθικά, για όσους επιμένουν να μην καταλαβαίνουν), η ισχύς αυτή που εξουσιάζει μέσα απ’ την καταστροφή του αντικειμένου του, είναι για τον καλλιτέχνη (ή το φιλόσοφο) κάτι περισσότερο από μια πράξη βιασμού: είναι ένα κυρίαρχο σύμβολο της ύπαρξης, είναι η πληρότητα της άνευ όρων κατάκτησης και (αντιστρόφως) η οσμή της ήττας και του θανάτου που ποτίζει το ζωϊκό βασίλειο απ’ άκρη σ’ άκρη. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι τα διαισθάνονταν τίμια και χωρίς ενοχές όλα ετούτα, γι' αυτό και η μυθολογία μας βρίθει, χωρίς ιδιαίτερα προσχήματα, από τέτοιες εικόνες. Έτσι, μια αντίδραση του τύπου «μα τι μαλακίες λέει τώρα ο άνθρωπος (ενν. ο Τσόκλης, όχι εγώ!), δεν έχει τίποτα καλύτερο ν’ ασχοληθεί;» είναι πιο τίμια, από μια επίκριση του τύπου STAR Channel «οι απόψεις του θυμίζουν κυρίως τα ζώα, έστω κι αν ορισμένα ζωγραφίζουν».

Ο μέσος αστός έχει καταστήσει αληθινή τέχνη την ικανότητα του να λησμονεί σε κάθε στροφή της ζωής του, τις πραγματικές δυνάμεις που λυσσομανούν στα σωθικά του. Ο «πολιτισμός» του δεν είναι παρά η ζωϊκή μανία μεταφρασμένη σε κώδικες και συνήθειες που δίνουν την αυταπάτη του ευγενούς, αποτρέποντας μας απ’ το ν’ αντιληφθούμε τους βιασμούς που συντελούνται καθημερινά, με δική μας υπαιτιότητα κι ευθύνη. Βιάζουμε τα παιδιά μας, βιάζουμε τους γονείς μας, βιάζουμε τους συνανθρώπους μας, όχι με οξυμένους όνυχες ή προτεταμένους, παλλόμενους φαλλούς, αλλά με την εξουσία μας, με το χρήμα μας, με τη μιζέρια και τη μικρότητά μας. Ο κυριολεκτικός βιαστής, αυτός που θα ρημάξει σε κάποιο κελί για μερικά χρόνια, έχει περισσότερες πιθανότητες να συνειδητοποιήσει τις συνέπειες της πράξης του, απ’ ότι ο μεταφορικός βιαστής που μπορεί να γαμάει τη ψυχή του παιδιού του, αμετανόητα, μέχρι που να πεθάνει ο παλιο-μαλάκας. Ζωή σε λόγου μας και συνεχίζω...

(Α, για να μη μιλήσω και για τη γυναικεία υποκρισία: ο βιασμός μιας γυναίκας είναι το απόλυτο πένθος, είναι το ταμπού που δε θα πρέπει να θίγουμε ή αν το θίξουμε ποτέ, τότε θα πρέπει να το κάνουμε μονάχα εφοδιασμένοι με απόλυτη λεπτότητα, άπειρη διακριτικότητα και ίσως κάποιο αναγνωρισμένο πτυχίο ψυχο-θεραπευτή, θα βοηθούσε. Από την άλλη, ο βιασμός ενός άντρα πχ. σε μια φυλακή, το μόνο που μπορεί να προκαλέσει είναι από διακριτικά μειδιάματα, μέχρι ξεκαρδιστικά ανέκδοτα με βάση το σαπούνι. Σα να μην αποτελούν και τα δύο βιασμό του σώματος και της ψυχής, γεγονότα εξίσου αποτροπιαστικά ή ντροπιαστικά. Πιθανότατα, αυτή τη στιγμή, οι γυναίκες αναγνώστριες να λυσσομανούν υστερικά, γυρεύοντας πρόστυχες αναντιστοιχίες που καταρρίπτουν την ισχύ της αναλογίας, πχ. τι δουλειά είχε ο παλιο-μαλάκας να μπει φυλακή, ας πρόσεχε! καλά να πάθει, πήγαινε γυρεύοντας η παλιο-πουστάρα (κατά το «παλιο-πουτανάκι»)! άλλο ο αντρικός κώλος, άλλο ο γυναικείος, δεν πονάνε το ίδιο! οι άντρες είναι γουρούνια και αναίσθητοι, θα το ξεπεράσει ευκολότερα! κτλ.)

Με την ίδια λογική, το δέος της ανθρώπινης ύπαρξης μπροστά στην καταστροφική μανία μιας «πύρινης λαίλαπας» είναι μόλις ένα βήμα πριν το αισθητικό συμπέρασμα. Αν μπορούσε κανείς ν’ αφήσει για λίγο στην άκρη (είτε παράλληλα, αν είναι ικανός) τη θλίψη, την απελπισία ή τον τρόμο του, ίσως τότε διέκρινε την πηγή μιας θαυμάσιας εικόνας, μια δυναμική χρωμάτων-ήχων- οσμών-κίνησης δίχως προηγούμενο, ένα μοναδικό αισθητικό γεγονός, απαράμμιλο για τη μικρή σφαίρα της αντίληψής μας. Όμοια θα μπορούσε να αναγνωρίσει κανείς ομορφιά, στο ανοιγμένο ανθρώπινο σώμα μιας εγχείρησης ή μιας νεκροψίας, παρ’ όλα τα ρίγη που μπορεί να προκαλεί η ιδέα. Ένα πεδίο μάχης με τα υπολείμματά του, ένα μεταστατικό καρκίνωμα, ένας φόνος εν ψυχρώ, ένα πτώμα απανθρακωμένο, ένα πτώμα σε προχωρημένη αποσύνθεση ή σκουλήκια να ξεχειλίζουν απ’ το ανοιγμένο στομάχι μιας νεκρής γάτας, υγραμένα και κολλώδη γεννητικά όργανα, καθώς και η απροκάλυπτη ερωτική πράξη (κοινώς πορνό), μια πυώδης φλεγμονή ή ένα πηχτό έμεσμα, ένας απαγχονισμένος μετέωρος στο κενό, με μάτια πρησμένα και πρησμένη στύση, το ανερμήνευτο, σκοτεινό βλέμμα της νεαρής αντιλόπης που ξεσκίζεται απ’ τα σαγόνια μιας λέαινας, ένα νεκρό βρέφος πεταμένο στα σκουπίδια, ο παλλόμενος αιμάτινος πήδακας από μια καίρια πληγμένη καρωτίδα, δυο άντρες ομοφυλλόφιλοι με μπλεγμένες τις γλώσσες, ένα ανήλικο αγόρι ή κορίτσι με λάγνα χείλη και χιλιάδες άλλες εικόνες που απωθούν, εικόνες «σιχαμερές» ή «απαγορευμένες», εικόνες στις οποίες ίσως άνθρωποι με μεγαλύτερη φαντασία προχωρήσουν τολμηρότερα από μένα.

Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος...

Αλλά το πρόβλημα ξεκινάει (;) απ’ το γεγονός ότι υπάρχει σύγχυση του αισθητικώς καλού με το ηθικώς καλό. Θεωρούμε ότι μια εικόνα είναι όμορφη, όταν το σημαινόμενο είναι ηθικώς αποδεκτό, διδακτικό, χρήσιμο κτλ. Έτσι, μια μέτρια απεικόνιση από τα πάθη του «καημένου» μας Χριστούλη θεωρείται απ’ το μέσο νου (όχι υποτιμητικά το «μέσος» εδώ, αλλά «μέσος» αντιληπτικά, σε επίπεδο τριβής με τα νοήματα) αισθητικά αρτιότερο, από ένα καλλιτεχνικά άψογο πίνακα που μπορεί να παρουσιάζει πχ. ένα πέος να εκσπερματώνει πάνω σ’ ένα Σταυρό (για να θυμηθούμε και τα καθ’ ημάς). Αυτό όμως που κυρίως χαρακτηρίζει το πρώτο παράδειγμα δεν είναι τόσο η αισθητική, όσο η ηθική αρτιότητα. Σκοπός του (σύγχρονου) καλλιτέχνη δεν είναι, φυσικά, να μας χαϊδεύει τα ματάκια, συνθέτοντας πάντα χαρούμενα κι ευκολοχώνευτα λιβαδάκια, εκτός κι αν τον έχει κόψει η λόρδα, οπότε βγαίνει στην ΕΤ3 και σου πουλάει και το σετ με τη βιντεοκασέτα (θεός σχωρέσ’ τον). Σκοπός του (ένας από αυτούς, τέλος πάντων) είναι να βουτήξει στο χάος της «ανθρωπινότητάς» μας και να επιχειρήσει με τα εκφραστικά του μέσα να «απεικονίσει» πλευρές της ψυχής, που είτε αγνοούμε, είτε φοβόμαστε ν’ αντικρύσουμε. Κι αυτό γιατί τα εκφραστικά μέσα της (οποιασδήποτε) τέχνης μπορούν να επιτύχουν τους στόχους τους με μια εκπληκτική, βιωματική αμεσότητα, την οποία στερούνται παντελώς τόσο η τυπική (αμπελο)φιλοσοφική σκέψη, όσο και η σοβαροφανής θετική-επιστημονική σκέψη.

(Του Μπι Κοντίνιουντ...)