Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, πέντε το λαδόξυδο...

Το πειρατικό του Κάπταιν-Τζιμ.

Για να ξεκινήσουμε την κουβέντα μας με κάποιον τρόπο, ας δεχτούμε χάριν του επιχειρήματος, ότι η πειρατεία (είτε μουσική, είτε κινηματογραφική, είτε άλλη) είναι τελικά μία μορφή κλοπής (ή μιας μορφής κλοπή). Αφού ηρεμήσαμε από αυτό το άγχος, θα πρέπει τώρα να οριοθετήσουμε το ύψος αυτής της κλοπής. Εδώ όμως θα πρέπει να είμαστε τίμιοι και δίκαιοι, αναζητώντας το ύψος της ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ κλοπής και όχι εκείνης που θέλουν να μας πείσουν οι εταιρείες πως συντελείται. Θα πρέπει φυσικά να είμαστε αυστηροί και με τους ίδιους μας τους εαυτούς.

Όπως αναφέρω και στο αρχικό μου άρθρο, το ύψος της κλοπής δε θα πρέπει να υπολογίζεται με βάση τον όγκο του υλικού που αντιγράφεται ή
«κατεβάζεται» (που διακινείται γενικότερα) από το διαδίκτυο, αλλά με βάση τον όγκο των αγορών που θα πραγματοποιούνταν τελικά, αν δεν υπήρχε η δυνατότητα πειρατείας. Επιτρέψτε μου εδώ να τολμήσω μια υπόθεση: υπ' αυτές τις προϋποθέσεις, οι πραγματικές αγορές δε θα ήταν παρά ένα δισ-τρισ-απειρο-ελάχιστο κλάσμα της διακίνησης που συντελείται σήμερα - τουλάχιστον από τους ανθρώπους των μέσων και χαμηλών εισοδημάτων, που είναι φυσικά και οι πολυπληθέστεροι. Οι «πληττόμενες» εταιρείες νομίζουν ότι αν δε μπορούσαμε να προμηθευτούμε δωρεάν κάποιο προϊόν τους, θα τρέχαμε στο πρώτο πολυκατάστημα που θα 'βρίσκαμε μπροστά μας να το αγοράσουμε. ΧΑΧΑ, ΚΑΛΟ!! Το 70-80% της σαβούρας που έχει περάσει από τα χέρια μας δε θα ήλπιζε στον αιώνα τον άπαντα να μας δει να σκαλίζουμε το πορτοφόλι μας για χάρη τους. Τη συλλογή με τις αγαπημένες μας ταινίες δεν υπήρχε περίπτωση να την ξεκινήσουμε διαφορετικά, παρά μόνο απ' ό,τι μας γυάλιζε μέσα από τις προσφορές των εφημερίδων (ίσως). Τα βιντεο-παιχνίδια του ποδαριού και της αισθητικής προσβολής θα σκονίζονταν ακόμη στα ράφια των καταστημάτων.

Προσωπικές εξομολογήσεις...

Τυπικό παράδειγμα υγιούς καταναλωτικής συμπεριφοράς: δεν θα υπήρχε ποτέ περίπτωση, στο εκατομμύριο, ν’ αγοράσω τα άπαντα των Rolling Stones. Το  τονίζω: ΠΟΤΕ! Το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής τους (για τα γούστα μου) είναι δημιουργία δίχως έμπνευση, επαναλαμβανόμενη και βαρετή στα όρια του εκνευριστικού. Θα τολμούσα όμως να τα «κατεβάσω» για να ψαχουλέψω τα κομμάτια ένα-ένα - με την ησυχία μου και δίχως κανένα κόστος - αναζητώντας ίσως κάποιο εξαιρετικό «διαμάντι». Πόσα χρήματα θα χρειαζόταν κανείς για να αγοράσει την πλήρη δισκογραφία των Rolling Stones? Αν συνυπολογίσουμε τις συλλογές; τις live εμφανίσεις; τους «Άγνωστους Stones», τους «Ανέκδοτους Stones», τους «Πρώιμους Stones»; τις «Σπάνιες ηχογραφήσεις στο τάδε στούντιο» κτλ ; Είναι πολλά τα λεφτά Άρη! Οι άνθρωποι κάθε φορά που χέζανε ηχογραφούσαν καινούργιο άλμπουμ και φυσικά όλοι ξέρουμε πόσα χρόνια χέζουν οι Stones! Εννοείται ότι ΔΕ θα χαράμιζα ποτέ το παραμικρό ευρώ για πάρτη τους. Στη χειρότερη, να είχα τολμήσει την αγορά κάποιας συλλογής κι αυτό, πάλι, με κάθε επιφύλαξη. Πόσο μας κάνει όμως ο λογαριασμός τώρα; Το 1/50 της αρχικής κλοπής ή κι ακόμη λιγότερο; Κάντε κι εσείς κανέναν πρόχειρο υπολογισμό!

Οι εταιρείες νομίζουν πως ό,τι «κατεβάζουμε» είναι κάτι απ’ το οποίο θα είχαν κάποιο αληθινό έσοδο, αν δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα. Στην πραγματικότητα όμως, απ’ όσο θυμάμαι τα τελευταία προ-broadband-internet χρόνια, το σκεφτόμασταν πολύ προτού αγοράσουμε ένα cd μουσικής. Τα χρήματα που κόστιζε ήταν μια μικρή «περιουσία» για το μηνιαίο προϋπολογισμό μας και χρειαζόταν προσεκτικός υπολογισμός της αγοράς που θα κάναμε. Στην πραγματικότητα, προσωπικά, μάλλον αγόραζα 3-4 cds το χρόνο. Για τέτοιες τρελές αγορές μιλάμε! Ας βάλουμε λοιπόν 8 χρόνια αποχής απ’ τις αγορές (x) 5 σου βάζω ‘γω δισκάκια το χρόνο (x) 25 ευρώ το δισκάκι (=) μας κάνει 8 ∙ 5 ∙ 25 = 1000 ευρώ. Μιλάμε για διάστημα 8 ετών! Ε, όποτε θέλουν ας περάσουν οι κύριοι των δισκογραφικών να εισπράξουν τα χρήματά τους. Περάστε και οι κινηματογραφικές κατόπιν να εισπράξετε κανά 100άρικο ακόμη - όχι παραπάνω - και να ξεμπερδεύουμε. (Δε λέω βέβαια ότι αντιγράφω! Αν αντέγραφα όμως κάπως έτσι θα ήταν τα πράγματα...)

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς πειρατές;
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Αλλά τι θα γινόταν αν δεν υπήρχε το internet; Ό,τι γινόταν και πριν, που οι σημερινές γενιές αγνοούν παντελώς. Θα συνέχιζαν να διατηρούνται οι τόσο προσφιλείς συνήθειες μιας άλλης εποχής: θ’ αντιγράφαμε απ' το ραδιόφωνο σε κασέτες, θ’ αντιγράφαμε απ' την τηλεόραση σε βίντεο-κασέτες, θα δανειζόμασταν από φίλους κι άλλα τέτοια όμορφα. Ή μήπως και οι εγγραφές που κάναμε τότε από την τηλεόραση με τα παλιά, τα πρώτα μας βίντεο, ήταν κι εκείνες παράνομες; Προσέχτε τι θ’ απαντήσετε γιατί ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα της διαφήμισης και της πώλησης των βίντεο, εκείνη την εποχή, ήταν κι αυτή ακριβώς η δυνατότητά τους ν’ αντιγράφουν τα αγαπημένα μας προγράμματα και τις ταινίες, που δε θα προλαβαίναμε διαφορετικά να δούμε. Οι δυνατότητες παραμετροποίησης των εγγραφών, ήταν από τα δυνατά σημεία ενός μηχανήματος.

Αναθυμούμαι: πριν την εποχή του διαδικτύου είχα αρχίσει να κάνω συλλογή αγαπημένων μου ταινιών. Ε, ήταν όλες αντιγραμμένες από την τηλεόραση. Θυμάμαι μάλιστα την αγωνία με την οποία περίμενα - το τηλεκοντρόλ σφιγμένο στο χέρι - να προλάβω να "παγώσω" την εγγραφή στο σήμα των διαφημίσεων ή να την επανεκκινήσω εγκαίρως κατόπιν. Για τη μόνη βιντεοκασέτα που τα είχα «σκάσει» ήταν η «Φαντασία» του Ντίσνεϋ και καμάρωνα σαν τρελός γι' αυτή. Μάλιστα, σχεδόν απέφευγα να τη βλέπω συχνά, από φόβο μη μου "μασήθει" η ταινία κατά την αναπαραγωγή. Βλέπετε είχαμε κι αυτά τότε! Τι συνέβαινε λοιπόν; Αγόραζα περισσότερες ταινίες; Φυσικά και όχι, δεν το άντεχε η τσέπη μου. Απλά είχα διαφορετικές συνήθειες. Το δίπολο λοιπόν «περισσότερες αγορές τότε, λιγότερες αγορές τώρα» δεν είναι παρά ένα ψευδο-δίπολο - στο βαθμό φυσικά που ισχυρίζονται οι εταιρείες, για να μη βγάλουμε και την ουρά μας παντελώς απ’ έξω. Στην πραγματικότητα, το δίπολο αφορά σε «διαφορετικές συνήθειες τότε, με διαφορετικές συνήθειες τώρα».

Ο κλέψας του κλέψαντος...

Αλλά δε μπορεί πια να τα παρουσιάζω όλα ρόδινα! Δεν υπάρχει δηλαδή κανείς, ο οποίος να υπέστη βλάβη από την όλη φάση; Φυσικά! Εκείνοι οι οποίοι πραγματικά υπέστησαν βλάβη και για τους οποίους θεωρώ τον εαυτό μου σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνο είναι τα βιντεο-κλαμπ(s) και μόνο τα βιντεο-κλαμπ(s), πολλά απ’ τα οποία δεν άντεξαν τελικά κι έκλεισαν. Ωστόσο – γι’ αυτό παραπάνω γράφω «σε μεγάλο βαθμό» – αυτός δεν ήταν ο μοναδικός λόγος που συρρικνώθηκε η συγκεκριμένη αγορά. Μάλιστα τα περισσότερα καταστήματα πέρναγαν την κρίση τους κι έκλειναν, σε μια περίοδο που προσωπικά νοίκιαζα ταινίες σαν τρελός. Ο μεγάλος ανταγωνισμός (είχαν γίνει σαν τα φαρμακεία, κάθε γειτονιά είχε 2-3 βιντεο-κλαμπ), η μεγάλη άνθηση των κινηματογραφικών αιθουσών και των πολυχώρων, τα προηγούμενα χρονια, θεωρώ ότι διεκδικούν ένα εξίσου καθοριστικό ποσοστό της ευθύνης.

Για τα συνοικιακά δισκοπωλεία δεν συντρέχουν οι ίδιοι λόγοι. Δε θεωρώ των εαυτό μου υπεύθυνο, σε καμία περίπτωση, καθώς είχαν αρχίσει ήδη να καταστρέφονται πολύ νωρίτερα, από την επιθετική εισβολή των μεγαθηρίων τύπου Metropolis, Virgin και δεν συμμαζεύεται. Τα οποία με τη σειρά τους, υπέστησαν την επιθετική εισβολή του διαδικτύου και της πειρατείας. Όλα εδώ πληρώνονται! Παιδιά ό,τι φάγατε φάγατε! Με ό,τι νόμισμα πληρώσατε τους μικρο-καταστηματάρχες για να χεστείτε εσείς στο τάλαρο, λουστείτε το τώρα να καταλάβετε τη γλύκα. Φαντάζομαι βέβαια πως δεν τους χάλασε όλους αυτούς, που τρώγανε τόσα χρόνια με διπλές μασέλες. Δε νομίζω κανείς απ’ τους μετόχους των μεγαθηρίων να μαστίζεται, αυτή τη στιγμή, από τη φτώχεια ή την εξαθλίωση. Το 90% των χρημάτων που είχα δώσει για μουσική, τα είχε καρπωθεί μόνο του το Metropolis. Ζωή σε λόγου μας λοιπόν.

Υπάρχουν τώρα και οι κινηματογραφικές εταιρείες, όμως αυτές - για να λέμε τώρα την αλήθεια - είναι οι τελευταίες που θα έπρεπε να κλαίγονται, καθώς οι κινηματογράφοι μια χαρά το δουλεύουν το μαγαζί. Το τι ευρώπουλο έχω σκάσει τα τελευταία χρόνια για ένα σωρό αμερικάνικες σαβούρες, δε λέγεται! (Σε αίθουσες ασφυκτικά γεμάτες, χτυπώντας κατόπιν το κεφάλι μου και χιλιο-μετανοιώνοντας γιατί παρασύρθηκα σαν το μαλάκα, για άλλη μια φορά, από κάποιο έξυπνα μονταρισμένο τρέιλερ).

Πειρατικό δισκάκι.
Α, τα σύκα-σύκα...

Υπάρχει όμως ένας άλλος κλάδος, ο οποίος όντως βάλλεται οικτρά κι αυτός είναι ο κλάδος των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Ίσως είναι και η μοναδική περίπτωση, για την οποία αισθάνομαι ειλικρινά τύψεις. Κι αυτό γιατί συγκριτικά, ενώ ακόμη και για ένα πολύ καλό cd μουσικής οι άνθρωποι που εργάζονται για την ολοκλήρωσή του είναι ελάχιστοι και πολύ συχνά αρκούν λίγοι μήνες δουλειάς, για την ολοκλήρωση ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού απαιτούνται εκατοντάδες (ή και χιλιάδες) διαφορετικά άτομα, τα οποία μπορεί πιθανότατα να εργάζονται για χρόνια, μέχρι το τελικό προϊόν. Το πιο συχνά, κυκλοφορούν παιχνίδια που στηρίζονται σε προηγούμενες δουλειές και ο κόπος που απαιτούν είναι ελάχιστος (στα όρια του ποδαριού και της αρπαχτής). Ωστόσο, όχι σπάνια κυκλοφορούν δημιουργίες που είναι πραγματικά στολίδια του είδους, μικρά αριστουργήματα μιας ξεχωριστής μορφής τέχνης, τέχνης όμως παραγνωρισμένης.

Δεν ήταν λίγες οι φορές, οφείλω να παραδεχτώ, που πλησίασα πολύ κοντά στον «πειρασμό» να πληρώσω παιχνίδια – με τα οποία είχα έρθει με «κάποιον τρόπο» σε επαφή – σαν αναγνώριση της απόλαυσης και της έμπνευσης που μου προσφέρανε, καθώς φυσικά και της τέχνης / τεχνογνωσίας που τέθηκε σε εφαρμογή για την επίτευξή τους. Κι ωστόσο ποτέ δεν το έκανα, παρά μόνον ίσως μια φορά! Γιατί έτσι ρε φίλε;; Γιατί απλά, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο ευκολίας και αντίδρασης, έχουμε γίνει κακομαθημένοι και δε σεβόμαστε τα όρια που μπορεί να υπάρχουν ανάμεσα στις ψευδο-κατηγορίες των εταιρειών, από τη μία, και τις ειλικρινείς και δίκαιες υποχρεώσεις μας, από την άλλη. Εδώ παραδέχομαι ότι υπάρχει ζήτημα. Παραδέχομαι, δηλαδή, ευθέως ότι ελλείψει εναλλακτικών θα είχα επενδύσει περισσότερα χρήματα σε ηλεκτρονικά παιχνίδια.

Η απορία μου είναι βέβαια εύλογη: αν ο όγκος της πειρατείας είναι τόσο τεράστιος και τόσο βλαβερός, πώς γίνεται τελικά οι περισσότερες εταιρείες παιχνιδιών να παράγουν όλο και περισσότερους τίτλους, όλο κι ακριβότερες παραγωγές και να γνωρίζουν όλο και μεγαλύτερη επιτυχία και αναγνώριση;; Αν χέζονται δηλαδή στο χρήμα υπ' αυτές τις συνθήκες, τι θα κέρδιζαν πραγματικά αν η πειρατεία μας ήταν άγνωση λέξη;; 

Epilogue

Όσο βαρετά ή δακρύβρεχτα κι αν ήταν τα προηγούμενα, τα παρέθεσα ως προσωπικές μου ευθύνες, για να κατανοήσουμε ότι αν θεωρούμε το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων και της παράνομης διακίνησης ως ένα υπαρκτό και σοβαρό ζήτημα, τότε ο καθένας πρέπει να αντικρύσει τον εαυτό του με ειλικρίνεια και να ζυγίσει ό,τι του αναλογεί. Για μένα ήταν τα βιντεο-παιχνίδια, για κάποιον άλλο τα soundtracks, για κάποιον άλλο οι περιπετειώδεις ταινίες και πάει λέγοντας. Όχι για να πληρώσει αναδρομικά κάποια αφηρημένη ενοχή ή κάποια συμβολική χρηματική ποινή. Παρά για να καθορίσει ώριμα και συνειδητά την από ‘δω και στο εξής στάση του.

Στην επόμενη ανάρτηση, θα προχωρήσω τα πράγματα λίγο πιο πέρα: καλά εντάξει, είμαστε ένοχοι. Πόσο ένοχοι είμαστε όμως; Τι είναι αυτό που πραγματικά έχουμε κλέψει, αν όντως έχει κλαπεί κάτι; Αν οφείλουμε ν' αλλάξουμε στάση, υπό ποιους όρους είναι δίκαιο και για τις δύο πλευρές να γίνει αυτό; Σίγουρα όχι με τους υπάρχοντες, μονομερείς, εκβιαστικούς όρους των εταιρειών.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου