Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

Ειρωνία; Πάρε να 'χεις! [Μέρος Βου]

Τελικά βαρέθηκα και δε θα γράψω άλλο! Αυτές τις μέρες έχω καλύτερα πράματα να κάνω. Και πολύ ασχολήθηκα! Σας παραπέμπω, ωστόσο, στο Αντίφωνο και στο εν λόγω άρθρο .

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

Ειρωνία; Πάρε να 'χεις! [Μέρος Άλφα]

Όσον αφορά στο ζήτημα της ειρωνίας, ο τελευταίος που 'χει δικαίωμα να βάνει τις πέτρες στην ποδιά, τα τρόχαλα στον κόρφο, είναι η αφεντομουτσουνάρα μου, καθόσον έχω ανάγει την ειρωνία σε σημαία, σχεδόν, του παρόντος ιστολογίου. Η ειρωνία είναι - αν όχι το ισχυρότερο - ένα από τα ισχυρότερα μέσα της σάτιρας, σίγουρα ωστόσο το επιθετικότερο. Δε μιλώ εδώ για σαρκασμό. Ετούτος έχει ξεφύγει, είναι υπερβολή. Ο σαρκασμός είναι εξ' ορισμού μοχθηρός και βίαιος κι η βία νομίζω πως δε χωρά στη σάτιρα. Θα μου πείτε: πώς γίνεται κάτι να γίνεται επιθετικό, χωρίς να είναι βίαιο; Ας συμφωνήσουμε σε τούτο: αν η ειρωνία είναι γραφική αψιμαχία, ο σαρκασμός είναι λύσσα και φονικό. Ακριβώς, λοιπόν, εξαιτίας αυτού του χαρακτηριστικού της ειρωνίας - δηλαδή της επιθετικότητας - είναι πολύ εύκολο να ξεφύγει από το κωμικό προκαλώντας άστοχη βλάβη. Γιατί ο πραγματικός σκοπός της σατιρικής ειρωνίας δεν είναι να βλάψει πραγματικά, να προσβάλλει το πρόσωπο καθαυτό, αλλά μια πράξη, μια συμπεριφορά, ένα ήθος. Σκοπός της είναι, δηλαδή, περισσότερο να συνετίσει, παρά ν' απαξιώσει ή να καταστρέψει. Για τούτο το λόγο η διακωμώδηση της σωματικής εμφάνισης δεν ανήκει στην κατηγορία που συζητούμε, αλλά στο χώρο του φτηνού, του ανόητου, του κτηνώδους. Η ειρωνία, ως δημόσια σάτιρα, έχει επίσης στόχο να διδάξει τη ντροπή, τόσο στον υποκείμενο όσο και στους μειδιώντες, οι οποίοι αντιλαμβάνονται έμμεσα πως ουδέποτε θα επιθυμούσαν να βρεθούν στην ίδια θέση. Μ' άλλα λόγια, η ειρωνία αυτού του είδους είναι, κατά κάποιο τρόπο, και διδακτική κι επιπλέον περιοριστική του εγωϊσμού και της αλαζονείας, όχι μόνο όσων προκαλούν την τύχη τους, μ' ακόμη περισσότερο εκείνων που έχουν το θάρρος (ή τη σοφία) ν' αναγνωρίζουν στο θιγόμενο πρόσωπο κάτι από τους εαυτούς τους. Κι ωστόσο, η κατάλληλη ισορροπία, ώστε να επιτευχθούν τα προηγούμενα, απαιτεί ανθρώπους με γερό κι εύστροφό νου, μ' ανώτερη καλλιέργεια κι ευφυΐα, σίγουρα ανθρώπους με βαθιά αυτογνωσία. Δυστυχώς, τούτοι σπανίζουν. Δε μπορεί ο καθένας να δαμάσει και να ζέψει ετούτο το θεριό, καταφέρνοντας να ξεριζώσει τα παρασιτικά ζιζάνια, καλλιεργώντας συνάμα τις σωστές σπορές. Η Μαλβίνα ήταν ένα από τούτα τα καταιγιστικά μυαλά, καθώς δούλευε την ειρωνία σα τρίκοπο μαχαίρι, δηλαδή τέτοιο που να κόβει ως κι η λαβή του. Εγώ ας πούμε δεν είμαι τέτοιος. Εγώ απλά ειρωνεύομαι, προκειμένου να εκτονώσω μια καταπιεσμένη μοχθηρία, σε μικρές αβλαβείς δόσεις. Μ' άλλα λόγια, λοιπόν, όταν η ειρωνία δεν είναι μέρος σάτιρας (ή δηκτικού πειράγματος στην παρέα) είναι μικρόψυχη και κακοπροαίρετη.

Η ειρωνία αυτού του φτηνού είδους είναι οξεία ως προς το συναίσθημα που εκτονώνει κι όχι ως προς τη σύλληψη που συμπυκνώνει. Έτσι, για παράδειγμα, ο ηλικιωμένος εκείνος που με την αλλαγή μια κυβέρνησης αναστενάζει «Τώρα, σωθήκαμε!» άλλο δεν κάνει, με τ' αθώo ετούτο σχήμα λόγου, παρά να συμπυκνώνει τα βάσανα της κλεψάς και της γραφειοκρατίας που 'χει μετρήσει στο πετσί του μια ολόκληρη ζωή - είναι δηλαδή αντήχηση ενός βιώματος. Αντιθέτως, ο καθηγητής (ή ο γονιός) εκείνος, ο οποίος μπροστά στο χαμηλό βαθμό ενός διαγωνίσματος και στη αιτιολογία «ήμουν άρρωστος», απαντά στο μαθητή «Καλά, σε είδαμε και τον καλό καιρό!» - όταν δεν είναι άδολο πείραγμα - εκτονώνει απλά την κακεντρέχειά του, τη συναισθηματική του μιζέρια, την ανωριμότητα ή τη μικρότητά του. Υπάρχει, βεβαίως, κι η ντόμπρα ειρωνία του θυμού, η οποία δεν είναι άλλο παρά μια μεταφρασμένη βρισιά. Άλλο που λένε πως στο θυμό επάνω λέγονται η μεγαλύτερες αλήθειες. Τούτο είναι μια καραμέλα των καφενείων και δεν είναι πάντα θεμελιωμένο στην πραγματικότητα. Ετούτη η μανική ειρωνία δεν είναι κακεντρεχής γιατί δεν έχει προμελέτη κι ούτε υποκρίνεται την ευγένεια, παρά σου δηλώνει ευθύς εξαρχής, κατάμουτρα, πως είναι πελεκημένη για να σε ματώσει. Δε στο παίζει διαφορετική απ' το που είναι. Υπάρχουν, λοιπόν, ειρωνίες κι ειρωνίες. Αλλά ακόμη και τη σωστής ειρωνίας δεν είναι πάντα και παντού ο χρόνος και ο τόπος. Έτσι, το πρόβλημα δεν είναι πως οι περισσότεροι εντρυφούμε στη φτηνή και άγονη - μα τόσο ανθρώπινη - ειρωνία της συναισθηματικής εκτόνωσης, μας πως οι περισσότεροι (ή πολλοί) από εμάς έχουμε, συνήθως, παντελή άγνοια για το κατάλληλο της ώρας, της στιγμής ή του χώρου, όπου είναι δέον να εκτονώσει την πίκρα του, ο κάθε πικραμένος.

Όταν, λοιπόν, πιάνει κανείς την πένα, το στιλό ή το πληκτρολόγιο και δεν έχει το ταλέντο να χειριστεί την ειρωνία κατά πώς πρέπει ή την κριτική ικανότητα για το κατάλληλο του χωρόχρονου, τότε ξεπέφτει στην άλλη μορφή ειρωνίας, που δεν είναι παρά γραφικός ή γελοίος εξυπνακισμός. Πρόζα και πόζα. Σαν επιθυμεί κανείς να φανεί σοβαρός μα και να τον πάρουν σοβαρά, σαν επιπλέον επιθυμεί να προκαλέσει έναν αξιοπρεπή και καλοπροαίρετο διάλογο, είναι δέον ν' αποφεύγει το ειρωνικό σχήμα, να εκκινεί συναινετικά και δίχως την παραμικρή υποκρισία. Κάτι αντίστοιχο, έχω την εντύπωση, θίγεται στον Γοργία στη σύγκριση μεταξύ ρητορικής και φιλοσοφίας, όπου καταδεικνύεται απ' το Σωκράτη πως ο ρήτορας δεν έχει την παραμικρή διάθεση να φτάσει σε καμιάν αλήθεια των πραγμάτων κι ως εκ τούτου όλο του το τάλαντο εξαντλείται απλά στο να πείσει, σε αντίθεση δηλαδή με το φιλόσοφο, του οποίου σκοπός δεν είναι η πειθώ μα η επίτευξη της λογικής συνέπειας και της ορθής εννόησης, πράγματα τα οποία επιτυγχάνονται από κοινού. Στην πραγματικότητα ο συνήθης είρων δεν έχει την παραμικρή διάθεση να κάμει διάλογο, όσο κι αν αυταπατάει εαυτόν. Το μόνο που έχει διάθεση είναι να σου τρίψει στη μάπα το εγώ του. Κρυφή του επιθυμία είναι η αυτο-επιβεβαίωση κι η κολακεία. Μόνος σκοπός του εξυπνάκια : να εκβιάσει τη θέση του δια της υποτίμησης και της έντασης του αισθήματος, παρά δομώντας πειστικά επιχειρήματα - είτε γιατί δεν έχει, είτε γιατί μπερδεύει τα αισθήματα για επιχειρήματα. Η ευτελής ετούτη ειρωνία πετυχαίνει πολύ καλά αποτελέσματα στους συναισθηματικά αδύναμους ανθρώπους που, όντας αδαείς και φοβισμένοι, είναι έτοιμοι να καταπιούν τα πάντα, εκ μέρους εκείνων που το 'χουν συνήθειο να λαμβάνουνε πόζα ισχυρού. Είναι επίσης επιτυχημένη, μεταξύ ομοίων ή ομοδόξων, οπότε το μήνυμα επαναλαμβάνεται ως ανέκδοτο της παρέας, παραμένει εύληπτο κι ευκολοχώντο κι όλοι ευλογούν τα γένια τους. Από την άλλη ο ευφυής άνθρωπος, αυτός μ' εμπιστοσύνη στην κρίση του και στην καρδιά του - που σημαίνει εμπιστοσύνη στην καθαρότητα κι όχι απαραίτητα στην ορθότητά τους - δε μασάει από τούτα τα τερτίπια και μπορεί να διαχωρίζει τους σοβαρούς συνομιλητές απ' τους αυνάνες.

Η ειρωνία αυτού του φτηνού είδους είναι, λοιπόν, καταστροφικής φύσης. Συνήθως, είναι λογικά ασυνάρτητη και συνιστά άγονη επίθεση ad hominem. Αντιθέτως, υπάρχει ειρωνία δημιουργικής φύσης, η οποία είναι στρατηγική κίνηση. Όταν ο Όσκαρ Ουάιλντ αποφαίνεται πως μπορεί ν' αντισταθεί στα πάντα εκτός από τον πειρασμό, αυτό που φαίνεται εν πρώτοις ως μονοδιάστατη εξυπνάδα δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια εξαιρετικά δίκοπη ειρωνία : τόσο ως προς εαυτόν, όσο και προς τις ηθικές βάσεις της εγκράτειας. Η γόνιμη κι ευφυής ειρωνία είναι αναζήτηση μιας ισάδας, ώστε πάνω της να χτιστεί ή ν' αποκαλυφθεί μι' αλήθεια. Και στο κάτω-κάτω, ένας σωστός διάλογος, μια αγνή και καλοπροαίρετη διερεύνηση δε μπορεί να είναι, ευθύς εξαρχής, ξεκάθαρα ενάντια σε οτιδήποτε, παρεκτός στις προσωπικές μας πεποιθήσεις - κι όχι, όπως λανθασμένα κάνουμε οι περισσότεροι υπέρ τους. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, τούτο το τελευταίο, η σωστή κριτική δεν οφείλει ν' αποδομεί μονάχα το αντικείμενό της, μα συνάμα ν' ασκεί έλεγχο στον εαυτό της. Η καλοπροαίρετη διερεύνηση, ξεκινώντας από μιαν άλφα αφετηρία, αναγκάζεται να χτίζει σχεδόν στα τυφλά, πάνω στα μονοπάτια που χαράσσουν διαδοχικές συνεπαγωγές, καταλήγοντας ενίοτε σε άτοπα. Πόσους αρθρογράφους έχει συναντήσει ποτέ, ο καλός αναγνώστης, οι οποίοι να «καταδικάζουν» στο τέλος εαυτούς; Είναι αλήθεια βέβαια πως, στον αληθινό κόσμο, τα πράγματα δεν είναι τόσο διαυγή. Είναι ακριβώς εδώ, λοιπόν, που 'χει τη μεγαλύτερη ανάγκη ο στοχαστής απ' τη νοητική εγρήγορση, ώστε να ελέγχει διαρκώς τις συναισθηματικές του εμπλοκές. Τις εκτροπές δηλαδή εκείνες (πίστες, επιθυμίες, φόβοι) οι οποίες με τη σειρά τους εκβιάζουν, σχεδόν αξιωματικά, την εξαγωγή συμπερασμάτων. Το 'χω ξαναγράψει αλλού : το συναίσθημα, η πεποίθηση δεν είναι επιχείρημα, παρότι συνιστά ένα τίμιο κίνητρο, μιαν άριστη αφορμή ώστε να τεθεί ο νους σε κίνηση. Το «αισθάνομαι πως» μολονότι άξιο σεβασμού, όταν αναφερόμαστε στο πρόσωπο, είναι παντελώς αδιάφορο κι ανάξιο, όταν αναφέρεται ως επιχείρημα.

Από τούτη τη φτηνή ειρωνία, η οποία επιτίθεται σε ανθρώπους κι όχι σε ιδέες, συναντά κανείς πολύ συχνά στη δεξιά αρθρογραφία - τύπου Καθημερινής - και προφανώς υπάρχουν λόγοι, μα τούτο θα φανεί στο δεύτερο μέρος της ανάρτησης. Φυσικά, απαντά και αλλού. Απλά δε διαβάζω συχνά Αυγή και Ριζοσπάστη. Παραξενεύει, ωστόσο, το γεγονός ενός τέτοιου ήθους, από φαινομενικά ευγενείς και φιλελεύθερους διαφωτιστές. Ο τυπικά δεξιός αρθρογράφος (με πτυχίο και γραβάτα, δηλαδή, κι όχι κανείς ουρακοτάγκος χρυσαυγίτης) ξεκινά με λόγους και μεθόδους, τα οποία υπόσχονται νηφαλιότητα κι αξιοπρέπεια : ιστορικές αναδρομές, εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, τσιτάτα μεγάλων προσωπικοτήτων, επίκληση στην κοινή λογική, την ψυχραιμία και τον πολιτισμό. Παρόλη τη φιλότιμη προσπάθεια, ωστόσο, στην τελευταία παράγραφο, οι αντιστάσεις καταρρέουν. Ο καθαρόαιμος «φιλελεύθερος» - ελληνικής πάντα κοπής - δεν αντέχει μέχρι τέλους να υποκρίνεται μια ψυχραιμία, της οποίας δεν είναι αληθινός κάτοχος. Θα εκδηλώσει επιτέλους τον πραγματικό του εαυτό, εκτονώντας έναν οχετό ασυναρτησίας κι απωθημένου συναισθήματος λίγες αράδες προτού κλειδώσει και μας αφήσει με το χαρτί στο χέρι. Ετούτο το μοτίβο είναι πια τόσο συνηθισμένο, ώστε θα μπορούσε να πει κανείς ότι διδάσκεται σε σχολές δημιουργικής γραφής. Πίσω απ' τις καλο-σιδερωμένες εκφράσεις του προλόγου και του κυρίου θέματος κρύβονται οι ίδιοι ακριβώς κυνόδοντες, με τους οποίους οι κανίβαλοι μασουλούσαν το σπληνάντερο των αντιπάλων τους. Οι άνθρωποι ετούτοι, στην πραγματικότητα, δε δίνουν δεκάρα για το δίκαιο, αλλά δίνουν τα πάντα για το δίκιο τους ή συνεκδοχικά για το μόνο δίκιο που καταλαβαίνει ένας εγωιστής : τη βολή του - όχι απαραίτητα μόνο την υλική, μα επιπλέον την ηθική και συναισθηματική. Ένα καλό παράδειγμα τέτοιας αρθρογραφίας του ποδιού, όπου κύριος στόχος του αρθρογράφου είναι (α) να φανεί πολύ καλλιεργημένος και (β) να υποτιμήσει ένα γεγονός παρά να το αποδομήσει λογικά, είναι κι αυτό . Το παράφωνο εκείνο «σοβαρά;» που γλιστρά σα φίδι στην προτελευταία παράγραφο, δηλητηριάζει όλη την προηγούμενη εικόνα ήθους και φανερώνει έναν άνθρωπο που δε μπορεί να προσποιηθεί μέχρι τέλους τον ευγενή. Το ειρωνικό ετούτο «σοβαρά» όχι μόνο δεν υπηρετεί στο παραμικρό την όποια πειθώ μα, πολύ περισσότερο, δίνει τελικά και τη χαριστική βολή. Κάθε καλή διάθεση να παρακολουθήσει κανείς περαιτέρω τους συλλογισμούς καταρρέει σε θρύψαλα κι αποχωρείς  με μια γνώριμη ξινίλα : Άμε στο διάτανο κι εσύ βρε καραγκιόζη, μού 'φαγες το χρόνο τσάμπα!

Υπάρχει και κάτι τελευταίο, που για μας είναι παντελώς αδιάφορο μα είναι πολύ κακό για τον ίδιο τον είρωνα και την τακτική που ακολουθεί. Επιλέγοντας την ατραπό της ειρωνίας, πρέπει να 'χει κανείς τη γνώση πως διόλου δεν είναι αθώος απ' το έγκλημα, μα τουναντίον προσκαλεί σε πάλη. Ειδάλλως δεν έχει ιδέα για τις εκφραστικές μεθόδους που χρησιμοποιεί κι ας πιάσει καλύτερα να τραγουδάει, αντίς να γράφει. Ανοιχτή πρόκληση και πάλεμα είναι λοιπόν η ειρωνία και, όπως σε κάθε πάλεμα, θα φτάσει κάποτε η στιγμή που θα βρεθεί κάποιος καλύτερος! Κάποτε δηλαδή θα βρει κι ο είρωνας το μάστορά του, τον τύπο ή την τύπισσα που θα τον ισοπεδώσουν, που θα τον κάνουν τ' αλατιού και να τον κλαίν' οι ρέγγες. Κάποτε θα βρεθεί ο που θα ειρωνευτεί απείρως αιχμηρότερα τον κακομοίρη που είσαι.

Όπως είπαμε θέλει κότσια η πετυχημένη και βαθύκοπη ειρωνία κι είναι ζήτημα τέτοια κότσια να εμφανίζει ένας στους εκατό χιλιάδες νοματαίους. Δεν την παλεύουν όλοι. Οι περισσότεροι χοροπηδούμε ίδιοι αρλεκίνοι, τσαλαβουτώντας στ' αποπατήματά μας. Ευφράδεια, ετοιμολογία, καλλιέργεια, χειρουργική ακρίβεια κι ευστοχία, μα σημαντικότερο, βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο είναι μερικά μόνον απ' τα στοιχεία που μπορώ να σκεφτώ και τα οποία απαιτούνται για να χτίσουν πετυχημένους είρωνες - σα να λέμε ένα Σιρανό ντε Μπερζεράκ - κι όχι απλά μικρόψυχους κακομοίρηδες. Άσ' το λοιπόν, άμα δεν το 'χεις! Ανακάτεψε μία σαλάτα ή ρούφα τ' αυγουλάκι σου. Στο δεύτερο μέρος της ανάρτησης, όπου δε θα 'μαι διόλου αξιοπρεπής, θα βγάλω κι εγώ τ' απωθημένα μου απέναντι σ' ένα ύφος αντίστοιχο, όπου ο αρθρογράφος αντί να ρουφάει τ' αυγουλάκι του τ' αρέσει να φτύνει τα σάλια του δεξά κι αριστερά, παίρνοντας τα πτύελα σαν αγιασμό και την μικροψυχία για εθνική περηφάνεια κι υπεράσπιση. Παρά το γεγονός πως παραθέτω τον αντίστοιχο σύνδεσμο, θ' αποφύγω ν' αναφερθώ στο όνομα του αρθρογράφου, στο βαθμό που ο ίδιος μου είναι παντελώς άγνωστος μα κι αδιάφορος. Θα μπορούσε να λέγεται Κατίνα Παξινού ή Τζον Γούικ, το ίδιο μου κάνει. Εγώ επιτίθεμαι στο ύφος και στο ήθος, στη σημειολογία του άρθρου, παρότι το ήθος αυτό μπορεί ν' αποτελεί παροδικό εκτροχιασμό κι εξαίρεση κι όχι το πραγματικό ήθος που διακρίνει το συγγραφέα του. Σκοπός μου δεν είναι ν' απαξιώσω έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, αλλά έναν εικονικό άνθρωπο, ένα ιδανικό μέλαν σώμα, το οποίο εκφράζει τη θεωρητική κατανομή της υποκρισίας και της ομφαλοσκόπησης.

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

Ποιος είδε την καλοσύνη και δεν τη φοβήθηκε...

Επειδή πολύ τα 'χω βάλει με τους ομόφυλούς μου τελευταία, ώρα τώρα να πληρώσει και κανένας θηλυκός αντιπρόσωπος του είδους! Η Σώτη που θίξαμε δυο αναρτήσεις νωρίτερα, θίχτηκε μονάχα ξώφαλτσα, οπότε δε μετράει. Ας περιμένει στην ουρά. Είναι απόλαυση να σερφάρει κανείς στα κύματα της ελαφρολαϊκής φιλοσοφίας, όχι μόνο γιατί κάνει μια κάποια ζέστη κι η μαλακία είναι δροσερή, μα επιπλέον γιατ' είναι κι ανεξάντλητη. Βέβαια, να πούμε την αλήθεια, το κείμενο ετούτης της Λουκίας Μητσάκου δεν είναι και παντελώς μαλακία, όπως ας πούμε τα κείμενα του Ντομπέλλι. Σίγουρα φαίνεται πιο όμορφη απ' τον Ντομπέλι κι αν με πάρει ποτέ τηλέφωνο για να με βρίσει, θα επιχειρούσα να με βρίσει κάποτε κι από κοντά. Πάντως κι αυτά που γράφει η Μητσάκου δεν είναι τίποτα ψαγμένα. Αμπελοφιλοσοφίες του κιαρατά είναι, παρά το γεγονός πως βιάζεται να καταδικάσει την αμπελοφιλοσοφία, μήπως προλάβει και τη μολύνει. Αλλά τι να κάνουμε; ο αναμάρτητος ας λιθοβολήσω πρώτος. Στην τελική, πρέπει να παραδεχτούμε ότι σε βάζει και σε πέντε σκέψεις ή συγκρίσεις, καθόσον μιλάει στην απλή την καθημερινή τη γλώσσα του λαού και της καφετερίας, «να σου πω ένα μυστικό» και τέτοια. Όπως της βγαίνουν τα λόγια απ' την καρδιά, ασυνάρτητα και δίχως την παραμικρή δομή. Αυτό, τελικά, είναι προς όφελος του άρθρου, της Λουκίας, αλλά και του ίδιου του αναγνώστη. Να μην κάθομαι, τώρα, να σας κάνω περίληψη. Ζήτημα να 'ναι εκατό γραμμές, να κάτσετε να τις διαβάσετε. Ακολουθούν διάφορες ένστασεις.

Λέει, λοιπόν, ετούτη η Μητσάκου - μιλώντας πάντα για την πάρτη της - πως η ίδια με το κακό δεν έχει πάρε-δώσε. Διόλου, λέει, δεν ασχολείται με το κακό γιατί δεν είναι μέρος του χαρακτήρα της ή γιατί βαριέται ή γιατί δεν έχει κίνητρο. Σε ελεύθερη μετάφραση, δηλαδή, δεν κάνει το κακό γιατί... έτσι, βρε αδερφέ! Μιλάμε για ανάλυση σε βάθος κι όχι τίποτε πλατσουρίσματα στα λασπόνερα. Ήδη ο Καντ γρατζουνάει μες στον τάφο του κι ο Αριστοτέλης φέρνει σβούρες. Τέλος πάντων, εκεί τελειώνει και με το κακό η Μητσάκου, αποδεικνύοντας περίτρανα πως όντως δεν της καίγεται καρφάκι. Ωστόσο, δε μας διαφωτίζει στο παραμικρό αν (σύμφωνα με τη γνώμη της) πρέπει να κάνεις το κακό ή αν δεν πρέπει και σε κάθε περίπτωση γιατί. Αυτό που κάνει ουσιαστικά είναι όχι ν' αρνείται την υπολογιστική ικανότητα της δολιότητας, το τέχνασμα ή την πρόθεση, αλλά τους πολλούς μπελάδες στους οποίους αυτή σε βάζει. Η ίδια δε βλάπτει, όχι γιατί δε θα το 'θελε ή γι' αυτό και για τον άλλο λόγο, παρά γιατί δεν της βγαίνει. Ουσιαστικά, η καλή Λουκία χέστηκε για το κακό και, όπως μαρτυρά ξεκάθαρα κι ο ίδιος της ο τίτλος, στρογγυλοκάθισε να γράψει για την παραξηγημένη καλοσύνη και όχι για τ' αντίθετο.

Να δούμε τώρα αν μαθαίνουμε τίποτα περισσότερο για το καλό και την καλοσύνη, όταν το παίρνει επιτέλους απόφαση να μας μιλήσει. Τι μας λέει, λοιπόν; Μας λέει ότι το καλό ή το κάνεις κατόπιν οργανωμένου σχεδίου και με κομπιουτεράκι ή άσ' το καλύτερα. Πάει η παλιά εκείνη λαϊκή ευγένεια του «κάνε το καλό και ριξ' το στο γιαλό». Κάνε το καλό σου λέει, αλλά πριν πας στο γιαλό να 'χεις χωνέψει, να 'χεις πάρει αντηλιακό και να φοράς και τα μπρατσάκια σου. Κάνε το καλό, αλλά πρόσεχε να μη χτυπήσεις, οπότε μην το κάνεις και πολύ έντονα, αλλά με μέτρο. Κάνε, σου λέει, το καλό όχι γιατί έτσι σου βγαίνει, γιατί είναι στη φύση ή το ήθος σου, όπως ακριβώς εκείνη δεν κάνει το κακό γιατί δεν είναι (στη φύση ή το ήθος της), αλλά κάνε το καλό για τον τάδε λόγο ή για το δείνα λόγο ή μ' εκείνη ή την άλλη προϋπόθεση. Το καλό της δηλαδή δεν είναι αυθόρμητο μα υπολογιστικό, υποκείμενο σε μια στρατηγική διαδικασία και, γιατί όχι, μια υστεροβουλία. Δίνει μάλιστα κι οδηγίες προς ναυτιλομένους, τι να προσέχεις, πώς να ντύνεσαι, λες κι έχουν όλοι το ίδιο ανοσοποιητικό σύστημα. Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε λέγοντας πως η καλή Λουκία δεν αρνείται το κακό, αλλά δεν της ταιριάζει ως ιδιοσυγκρασία, μα ούτε και χαρίζει το καλό, εκτός κι αν της αποφέρει κάποιο αντάλλαγμα ή έστω δεν της στερήσει ό,τι έχει. Λες κι η αληθινή καλοσύνη μπορεί ποτέ να αποβεί εις βάρος εκείνου που την ακτινοβολεί, λες κι η καλοσύνη είναι ικανή να σου στερεί. Μόνο αν δεν είναι αληθινή. Της αρέσει προφανώς ν' αυταπατάει εαυτόν θεωρώντας πως εκλογικεύοντας τις υστερόβουλες προθέσεις, εξευγενίζει τη δήθεν καλοσύνη σε ντόμπρα καλοσύνη. Η «καλοσύνη» της Λουκίας δεν παύει στιγμή να είναι εμπορικό αλισβερίσι, παρά καλοσύνη αληθινή. Μυρίζει περισσότερο τη σαρδέλα και το ζύγι του μπακάλη, παρά ευωδιάζει την άνοιξη μιας ανθισμένης καρδιάς.

Θα μου πεις τώρα «και τι 'ναι η αληθινή καλοσύνη, που μας τσαμπουνάς ρε μάστορα»; Να το συζητήσουμε, λοιπόν. Δεν είναι δα και τίποτε ακοτόρθωτο να φτιάξουμε, εδώ επί τόπου, έναν πρόχειρο ορισμό, έστω και κάπως άχαρο. Καλοσύνη, ας πούμε, δεν είναι η στάση εκείνη, που δεν επιθυμεί το κακό του άλλου. Τούτο είναι σκέτη αδιαφορία και κοιτάζω τη δουλειά μου. Η καλοσύνη δεν είναι απλά μια στάση ως προς τον άλλο, παρά είναι κίνηση προς τον άλλο. Μια κίνηση, η οποία αναγνωρίζει στο πρόσωπό του όχι μόνο την πραγματική του ανάγκη, μα επιπλέον και τη μέθοδο, τον τρόπο που της αρμόζει. Έτσι για παράδειγμα η απλή φιλανθρωπία, δίχως να είναι άκαρπη, δεν είναι και καμιά καλοσύνη της προκοπής, έτσι όπως εξαντλείται στην ικανοποίηση μιας άλφα ανάγκης, αλλά με τρόπο που εξακολουθεί να παρατά τον άλλο έρμαιο στη μοίρα του, αντί να του προσφέρει τη δυνατότητα ν' απελευθερωθεί κάποτε από δαύτην. Χρειάζεται δηλαδή ν' αμφισβητηθεί ετούτη η βεβαιότητα - σ' όσους την έχουν - πως οι καλές πράξεις συνιστούν απαραίτητα καλοσύνη ή καθιστούν αυτομάτως κάποιον καλόν άνθρωπο. Τι είναι βέβαια μια καλή πράξη, είναι και τούτο ένα θέμα, ας μην πλατειάσουμε ωστόσο περαιτέρω. Η φιλανθρωπία, όπως είπαμε, δεν είναι μια κακή πράξη, μα ούτε κι απαραίτητα μια αμιγώς καλή. Δε μπορούμε, ωστόσο, και ν' αρνηθούμε ότι προσφέρει ένα όφελος σε κάποιον. Η πολυσημία της φιλανθρωπίας αποκαλύπτεται ακόμη καθαρότερα, αν αναλογιστεί κανείς ότι σε φιλανθρωπίες μπορούν κάλλιστα να προβούν ακόμα κι οι αρχιμαφιόζοι κι οι πρεζέμποροι. Κι όμως, παρότι μπορεί κανείς να ορίσει έστω και σε αδρές γραμμές την καλοσύνη, είναι αντιθέτως μεγάλη ιστορία να την ξεχωρίσεις - και αν - στην πράξη. Ενώ μπορούμε, δηλαδή, με μια σχετική ομοφωνία να ξεχωρίσουμε μια καλή πράξη από μια κακή, δεδομένων των αποτελεσμάτων τους, είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσουμε την πραγματική καλοσύνη από την υποκριτική, καθώς οι αληθινές προθέσεις των ανθρώπων (ενίοτε και του εαυτού μας) συνήθως θα μας διαφεύγουν.

Μα λέει κι άλλα, η αγαπητή Λουκία. Λέει, να πούμε, πως είν' άλλο πράγμα το να 'σαι καλός κι άλλο εντελώς το να 'σαι αφελής και δε θα μας βρει, εκ προοιμίου, αντίθετους. Της καρδιάς της χρειάζεται να κόβει κίνηση με σπιρτάδα κι όχι να 'ναι πτωχιά τω πνεύματι, που 'λεγε εκείνος ο κουρελής ο Ιησούς. Πρέπει να στροφάρει με χίλιες στροφές, σαν ηλεκτρική ξουριστική ή πολυμίξερ. Να ζυγίζει με κάθε ευκαιρία το ποιος την αξίζει και ποιος όχι. Ο άνθρωπος είναι περιορισμένος, λέει, και δε μπορεί να αναλώνεται σε μύρια όσα κομμάτια, αν τα κομμάτια ετούτα είναι ανάξια. Εν πρώτοις, δε φαίνεται να λέει κάτι παράλογο η γυναίκα, αλλά είναι η ίδια που σε διδάσκει να 'σαι καχύποπτος. Η καλοσύνη της Λουκίας δίνει περισσότερο την εντύπωση τελωνείου και σκάνερ υψηλής ανάλυσης, προκειμένου να κερδίσεις την πολυπόθητη βίζα στην καρδιά της, παρά καλοσυνάτης καλοσύνης. Και δε λέω πως δεν την καταλαβαίνω, ποιος πληγωμένος δεν τα σκέφτηκε όλα ετούτα, κάποτε στη ζωή του; Αναρωτιέμαι, ωστόσο, αν πέρασε ποτέ απ' το νου της να κάνει το καλό απλά και μόνο γιατί το 'χε ανάγκη ο άλλος, ασχέτως δηλαδή αν το άξιζε ή όχι. Αυτή η εμπλοκή με τις αξίες και τα κριτικά γνωρίσματα είναι καθόλα ύποπτη για μισανθρωπισμούς κι άλλα στενόκαρδα. Και στο κάτω-κάτω της γραφής ποια είσαι εσύ μωρή (λαϊκή έκφραση) που κρίνεις τον άλλον και με ποια κριτήρια; Να κρίνεις αν έχει κανείς ανάγκη, πάω πάσο! Αλλά να κρίνεις αν τ' αξίζει; Άσε που είναι ευκολότερο να κρίνεις την ανάγκη απ' την αξία. Άσε που στην τελική - να το πούμε κι έτσι - τ' αξίζει αφού το 'χει ανάγκη! Την ανάγκη δεν είναι δύσκολο να τη διαπιστώσεις, ακόμα κι αν δεν έχεις τ' ανάλογα βιώματα. Αρκεί μονάχα η καλή διάθεση. Άμα, βέβαια, διαβάσεις ολόκληρο το κείμενο, μπαλώνονται κάπως τα πράγματα. Να είσαι καλός μέχρι εκεί που αντέχεις και δε σ' εκμεταλλεύονται. Ελεύθερη μετάφραση, δική μου. Εδώ έχει δίκιο. Οι άνθρωποι είμαστε περιορισμένοι κι οφείλουμε να διαχειριζόμαστε τις δυνάμεις μας, ώστε να τις εκμεταλλευόμαστε στο ακέραιο. Ωστόσο, είναι διαφορετικό να δίνεις όσο αντέχεις και διαφορετικό να δίνεις σε όποιον τ' αξίζει. Και τούτο η Λουκία είτε δεν το καταλαβαίνει, είτε δεν το ξεκαθαρίζει. Είναι μάλιστα και λίγο αντιφατικά, ετούτα τα δύο. Τόσο αντιφατικά, όσο το να λες πως δεν υπάρχει αρκετό φαί, άρα θα ταΐσω μόνο τους πεινασμένους που τ' αξίζουν. Δε βγάζει νόημα! Μόνο η ιδιότητα του πεινασμένου είναι αρκετή προϋπόθεση. Άμα έχεις δίνεις, άμα δεν έχεις δε δίνεις. Απλά τα πράματα. Ένα πιάτο φαί θα το 'δινες ως και στο Χίτλερ. Δε θα το 'διναν βεβαίως όλοι, αλλά κουβέντα να γίνεται. Αυτό είναι καλοσύνη. Να μην του επιτρέψεις να συναναστραφεί ξανά ανθρώπους, αυτό είναι εξυπνάδα.

Να γίνω και λίγο σεξιστής; Αφού θα γίνω, τι ρωτάω; Εδώ, λοιπόν, μου βρωμάει περισσότερο αποπάτημα ερωτικής απογοήτευσης, παρά η μελαγχολική μούχλα μιας ευεγερσίας που δεν βρήκε αντίκρυσμα άλλο, απ' την αχαριστία. Η αγαπητή Λουκία αναρρώνει πιθανότατα από εκείνο τον υπέρτατο μαλάκα, ο οποίος διέρχεται κατά κανόνα απ' τη ζωή κάθε γυναίκας (μπορεί να 'ναι κι ο ίδιος ή ο γιος του) και τη σημαδεύει ανεξίτηλα. Εκείνον τον κουλτουριάρη, βρωμύλο και τρίχα, ο οποίος της φάνηκε γοητευτικός, αντί για κουλτουριάρης, βρωμύλος και τρίχας. Κι ο οποίος, αφού της απομύζησε όλη την ζωϊκή ενέργεια και το φενγκ-σούι, την πούλεψε για την πατρίδα του και την παράτησε δίχως πια δύναμη ή κουράγιο. Αφού κι εκείνο το λίγο κακό που ίσως γούσταρε να κάμει κάποτε η γυναίκα, ως κι εκείνο το βαριέται. Κάτω απ' αυτήν την οπτική, όλα τα κομμάτια του παζλ μπαίνουν ξαφνικά στη θέση τους και το αρχικό χάος βγάζει άριστα πλέον νόημα : όλες οι ασυναρτησίες, τα φιλοσοφικά κρεσέντο και το ύφος μυξοκλάψας που διαποτίζει το άρθρο της, απ' άκρου εις άκρον, έχουν ως αφετηρία μια καρδιά ερωτικά στιγματισμένη, παρά μια καρδιά αγαπητικά υγιή. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Καλοσύνης (άλλη μαλακία πάλι και τούτη) πιάνει η Λουκία να μιλήσει για την καλοσύνη, μα ο μπούσουλας της καρδιάς της σημαδεύει διαρκώς προς τη μεριά του έρωτα. Ετούτα τα γραφικά κλισέ με τις δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες, πουθενά δεν ταιριάζουν περισσότερο παρά στην βαθιά πληγωμένη καρδια εκείνου ή εκείνης, που προδώθηκαν από το ίδιο τους το πάθος. Όμως στον έρωτα δεν υπάρχουν καλοσύνες, χριστιανικές αγάπες κι αηδίες. Ο έρως λειτουργεί με τους δικούς του ιδιαίτερους και μυστήριους κανόνες κι έτσι καλά παθαίνει όποιος εξακολουθεί να φέρεται ως κορόιδο - μ' εμένα πρώτο διδάξα ή πρώτο πατήσα. Ο έρωτας, δυστυχώς ή ευτυχώς, απαιτεί και χρειάζεται ανταλλάγματα, μ' ένα και βασικότερο τη συναναστροφή του ερώμενου. Ο ερωτευμένος οφείλει να ζητάει ανταλλάγματα, ώστε να 'ναι ψυχικά ισορροπημένος. Ο ερωτευμένος είναι μια συναισθηματική καταβόθρα των Δαναΐδων και μαύρη τρύπα π' ούτε το φως δε μπορεί να δραπετεύσει. Ο μόνος λόγος, που δεν το καταλαβαίνει αυτό κι ο ίδιος, είναι η μαλακία που τον / την δέρνει. Φυσικά και να το ξεκαθαρίσουμε, ο ερωτευμένος μπορεί να ζητάει ό,τι θέλει, ο άλλος ωστόσο δεν οφείλει να του προσφέρει το παραμικρό α δε γουστάρει - άσε που συνήθως δεν έχει και καμιά δουλειά με την όλη φάση. Ο ερωτευμένος σκάβει μόνος του το λάκκο του, μόνος του βουτάει μέσα και μόνος του σκεπάζεται. Δεν του φταίει κανείς. Έταξε στον εαυτό του τον Παράδεισο, όταν χρειάζονται τουλάχιστον δύο για τούτες τις δουλειές και καλά να πάθει. Η καλοσύνη, παρόλα αυτά, δεν έχει καμία σχέση με όσα περιγράψαμε περί έρωτος ή ό,τι άλλο. Όπως επίσης δεν έχει καμία σχέση με δεύτερες ευκαιρίες, προϋποθέσεις κι ανταλλάγματα. Εκτός κι αν θεωρήσουμε ως αντάλλαγμα την ευδοκίμηση, την πρόοδο δηλαδή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται (η καλοσύνη). Όμως ετούτο είναι ανταμοιβή παντελώς διαφορετικής κοψιάς και ποιότητας, ώστε και μόνο η λέξη «αντάλλαγμα» την αδικεί κατάφωρα.

Τι είναι καλοσύνη, να το πούμε έτσι που να το καταλάβει ακόμα κι ένα πιτσιρίκι, μας το διδάσκει πολύ σοφά η παρακάτω ελαφρολαϊκή ιστορία που διάβασα κάποτε, πρώτη φορά, στην εισαγωγή της Λιάνας Κανέλλη απ' το οδοιπορικό της στη Ρουάντα :

« Ήταν, λέει, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι σε μια παραλία όπου κάθε πρωί το κύμα ξέβραζε αστερίες ζωντανούς με την τεράστια δύναμή του. Το κορίτσι κατέβαινε κάθε πρωί στην αμμουδιά κι ώσπου να δύσει ο ήλιος ξανάριχνε τους αστερίες στη θάλασσα. Την έκτη μέρα το αγόρι της θύμωσε γιατί βαρέθηκε να την ακολουθεί στη μονότονη αυτή σισύφεια τελετουργία. "Τι νόημα έχει", ρώτησε, "να ρίχνουμε πίσω στο νερό τους αστερίες, αφού κάθε πρωί η θάλασσα τους ξαναξεβράζει;" Το κορίτσι γύρισε και τον κοίταξε με το βαθύ χαμόγελό της προσωποποιημένης ζωής και του απάντησε κρατώντας έναν αστερία: "Για σένα και για μένα μπορεί να μην έχει σημασία, έχει όμως γι' αυτόν εδώ τον αστερία ... " »

Η παραπάνω ιστορία είναι άριστα διατυπωμένη κι αποφεύγει, μ' απρόσμενη ισορροπία, να χρησιμοποιήσει ομόρριζα ή παράγωγα εννοιών όπως «καλό», «σωστό» και διάφορα σχετικά, τα οποία είναι ανθρώπινες αηδίες, φευγαλέες κι αμφισβητήσιμες. Μιλάει για «σημασίες» και «προσωποποιημένη ζωή» κι ετούτα κατεβαίνουν ίσαμε τον πυρήνα της καρδιάς κι αντηχούν πηγαία, βιωματικά, κι όχι μετά από τρία χέρια νοητικής επεξεργασίας, με τ' αστάρι έξτρα. Ακόμα κι αν δεν ξέρουμε ποια είναι η σημασία πράγματος τινός, ωστόσο βιωματικά γνωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει να έχει κάτι σημασία. Αντιθέτως, ακόμα κι αν γνωρίζουμε κατά περίπτωση ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος, τι 'ναι σωστό και τι 'ναι λάθος μπορεί να διαφεύγει επ' αόριστον. Το αγόρι γνωρίζει μόνον εκείνο που έχει σημασία για το ίδιο, μπορεί να κοιτά μόνο με τα δικά του μάτια. Κι ωστόσο δεν είναι το αγόρι σύμβολο του κακού ή το κορίτσι σύμβολο του καλού. Με γυμνή ευθύτητα, το κορίτσι είναι απλά η προσωποποίηση της ζωής. Μπροστά στην ακτινοβολία της εικόνας ετούτης, ο μανιχαϊσμός καλού-κακού καταρρέει δίχως κανένα νόημα και περιεχόμενο. Το κορίτσι ταυτίζεται με οτιδήποτε ζωντανό και γίνεται σύμβολό του. Μπορεί να κοιτά με τη ματιά του αγοριού, με τη ματιά του αστερία και τελικά με τη ματιά οποιουδήποτε παλεύει με τις ανάσες και το θάνατο. Να μπορείς να γίνεις η ματιά του άλλου, ίσως ετούτο να είναι τελικά κι ο καλύτερος ελεύθερος ορισμός της καλοσύνης.

«Η καλοσύνη δεν είναι αδυναμία, είναι δύναμη» μας γράφει κλείνοντας, η πονεμένη Λουκία. «Και τη δύναμη πρέπει να τη χρησιμοποιείς με σοφία» συμπληρώνει μεστά. Προστατεύοντας μάλιστα τα πνευματικά της δικαιώματα κι αποτρέποντας το απλό copy-paste απ' το ιστολόγιο - φοβούμενη τι; μήπως κλαπεί όλο αυτό το πολύτιμο καταστάλαγμα; - μας αναγκάζει ν' αντιγράψουμε τα λόγια της ένα προς ένα. Θα τελειώσουμε κι εμείς μαζί της και δίχως το παραμικρό ίχνος σαρκασμού μα, ίσα ίσα, συμφωνώντας : ναι Λουκία μας, καλοσύνη με σοφία. Μα όχι καλοσύνη με το ζύγι.

Τα ξύλινα τα τείχη τα μεγάλα

Οι ακαλλιέργητοι εξυπνάκηδες ξεφυτρώνουν σαν τις κουράδες στο ελεύθερο κάμπινγκ, έτσι που γίνεται δύσκολο να μην πατήσεις κάποιον στη στροφή του θάμνου. Για τους κοπρολάγνους, όπως εγώ, είναι ανέφικτό να τους παρακολουθήσεις όλους με συνέπεια. Ήδη έχω βάλει στην άκρη προς αποδόμηση κοντά μισό βόθρο, περισσότερους δηλαδή συνδέσμους απ' όσους αντέχει χρονικά η ταπεινή ζωή μου. Ετούτος ο νέος εξυπνάκιας είναι και καθηγητής καρδιολογίας, πανάθεμά τον! Τη δική του την καρδιά, ωστόσο, την καταβρόχθισαν πιθανότατα σε τρυφερότερη ηλικία. Συνήθως συμβαίνει από κανίβαλους αστούς γονείς, οι οποίοι με τα μαχαιροπήρουνα της τυπικής μεσο-αστικής μεγαλομανίας ακυρώνουν κάθε ζωϊκό παλμό στο βωμό μιας μεγάλη ιδέας, αλλά δεν τον ήξερα τον άνθρωπο κι από χθες. Άσχετα, τώρα, με το ποιος του μασούλησε τον καρδιακό μυ, παλεύει ο κακομοίρης ο καθηγητής να βγάλει άκρη σ' ετούτο το σκληρό κόσμο με το μόνο πράγμα που του 'χει απομείνει : μια πήχη λεφτά μέσα στην χούφτα, με τις μαύρες τσέπες και τα δόντια του σκύλου. Παλεύει με τ' αμέσως καλύτερο πράγμα, το οποίο απομένει πια σ' έναν αποκαρδιωμένο αστό : την πίστη και τη δύναμη της οικονομίας. Σαν αναρίθμητους γιατρούς που κυνηγούνε τ' όνειρό τους, οφείλει να δείξει ξεκάθαρα στην κοινωνία μπροστά σε ποιες αξίες ακριβώς γονατίζει με σεβασμό κι έτσι έχει πολύ πλάκα να βλέπεις ένα καρδιολόγο να υπερασπίζεται τους εφοπλιστικούς στόλους, αντίς τον όρκο του Ιπποκράτη ή μια καινούργια ιατρική μεθοδολογία που σώζει ζωές. Κι όπως κάθε άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του τον σέβεται τόσο, όσο χρειάζεται, μα ούτε μια στάλα παραπάνω. Τουλάχιστον, όχι τόσο ώστε ν' αποποιηθεί αυτή την πρόταση ζωής, την οποία συνιστά η δυνατότητα αρθρογραφίας στο Πρώτο Θέμα.

Παρόλα αυτά, δεν είναι και χαζός. Γνωρίζει πολύ καλά πως δεν έχει να ξεστομίσει τίποτα περισσότερο από αερολογίες. Ο λόγος του είναι αλαφρύτερος κι απ' τον αέρα που αναπνέουμε κι έτσι σύντομα θα βρίσκεται να κάνει συντροφιά με τ' αέρια του θερμοκηπίου, τα οποία δεν αφήνουν τη μαλακία να δραπετεύσει απ' τον πλανήτη Γη. Κατά τη γνωστή συνταγή της σοβαρής δημοσιογραφίας, λοιπόν, ξεκινά ο έρμος μ' ένα ιστορικό παράδειγμα, επιχειρώντας μάταια να προσδώσει στο λόγο του τη στιβαρότητα και την εγκυρότητα που κατά τ' άλλα απουσιάζουν. Άλλά ξεκινά αμέσως-αμέσως με πλάγιο άουτ, αφού κλωτσά τη μπάλα παντελώς εκτός θέματος, με τη χαρά του παιδιού που κράτησε πρώτη φορά μολύβι να γράψει. Συγχέει τον Ηρόδοτο με τους Lloyd's, το σκόρδο με το κρεμμύδι και το Φρανκεστάιν με το τέρας του. Δεν περνάει απ' το μυαλό του κακομοίρη πως εκείνο που έσωσε τους Αθηναίους του Θεμιστοκλή δεν ήταν η ναυτιλία τους αλλά το κοινό τους ήθος, το κοινό φαντασιακό που θα 'λεγε ο Καστοριάδης ή δεν ξέρω-γω ποιος άλλος καραμέλας. Σήμερα θα το σκάγανε όσοι έχουν κότερα κι οι αποδέλοιποι θα βρισκόμασταν φάτσα-κάρτα με τον Ξέρξη, να βαράμε παλαμάκια και να πουλάμε τουριστικά στα στενά της Πλάκας. Η ναυτιλία τους δεν ήταν αυτοσκοπός και σύμβολο, δεν εξυπηρετούσε καμία «ελληνικότητα», ήταν απλά ένα μέσο - το πλέον πρόσφορο στην ιστορική εκείνη στιγμή - ώστε να σωθεί η κοινωνία των Αθηναίων. Προσοχή! Όχι η οικονομία της κοινωνίας των Αθηναίων - ετούτα είναι τραγελαφικά σύγχρονα σχίσματα - μα η ίδια η κοινωνία καθαυτή! Μάλιστα, ούτε καν μια κοινωνία όπως αυτή που εννοούμε σήμερα, η οποία δεν είναι παρά ένα στατιστικό αντικείμενο, ένα άχρωμο και άοσμο αριθμητικό συνάθροισμα μονάδων, αλλά μια κοινωνία που είναι κοινό ήθος, βίωμα και τρόπος ζωής. Τα ίδια λέει κι ο Περικλής του Θουκυδίδη, στην ομιλία που επικυρώνει την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά ακόμα κι αυτή η απάντηση του Θεμιστοκλή στον Αδείμαντο μας κάνει. Αυτό το τελευταίο - δηλαδή η Αθήνα που συγκροτούν οι Αθηναίοι, που 'ναι και το ουσιαστικότερο - θα σωζόταν, ούτως ή άλλως, ακόμα κι αν οι τελευταίοι αναγκάζονταν να το σκάσουν με τα πόδια, πάνω σε δελφίνια ή κρυμμένοι μέσα σε γκαμήλες. Η πραγματική Αθήνα θα τους ακολουθούσε αναπόφευκτα κι ως δεύτερη φύση, οπουδήποτε κι αν αποφάσιζαν να καταφύγουν, στα βουνά και στα λαγκάδια ή στην Κάτω Ιταλία, όπου θα συνέχιζαν και θα διατηρούσαν σταθερά την ιδιότητα και το ήθος του ελεύθερου πολίτη. Ο Θεμιστοκλής είχε «απλά» την ευστροφία να ερμηνεύσει το χρησμό με την στρατηγική ευφυία ενός ηγέτη, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος (έτσι αόριστα κι αφηρημένα) πως ακόμα κι ελλείψει στόλου, ακόμα και τότε, η επιτακτικότητα της ανάγκης θα τον οδηγούσε να εφεύρει μια εναλλακτική μα ισοδύναμη ερμηνεία και διέξοδο. Δε θα παρασυρθώ απ' τον ιστορικό πειρασμό να εικάσω πως οι Πέρσες ήταν καταδικασμένοι ούτως ή άλλως ν' αποτύχουν, οφείλουμε ωστόσο να παραδεχτούμε πως οι ετούτοι οι σατανάδες δεν πολεμούσαν ούτε για τις εστίες, ούτε για την επιβίωσή τους, παρά για το βιασμό, το πλιάτσικο και το γόητρο. Κι όταν λέμε εστίες, τουλάχιστον για την αρχαία Αθήνα, ελπίζω να έγινε κατανοητό πως δεν εννοούμε σε καμία περίπτωση τα φτωχικά πλινθόκτιστα οικίσματα που πλαισίωναν την ακρόπολη ή τη μαρίνα Ζέας.

Ο μονοδιάστατος Στεφανάδης, ο αστός καρδιολόγος, απέχει από εκείνη την αντίληψη, όσο απέχει η βούρτσα απ' την καράφλα μου. Καθόσον και γιατί ο σύγχρονος εφοπλιστής δεν έχει την παραμικρότερη σχέση ούτε με την ελληνική κοινωνία, ούτε με τον ελληνικό πολιτισμό. Κι επειδή δεν ξέρω αν έχει σήμερα νόημα να μιλούμε για «ελληνικό πολιτισμό», ας μιλήσουμε καλύτερα για τη ρημάδα κοινωνία και να δούμε ποια είναι η σχέση του εφοπλιστή με την προηγούμενη. Για παράδειγμα, ανησυχεί ο έλληνας εφοπλιστής πώς θα τα βγάλει πέρα μέχρι το τέλος του μήνα ή κάνει διακανονισμό για να ξεπληρώσει ένα στρώμα ή ένα πάπλωμα; Κατέβηκε ποτέ ο έλληνας εφοπλιστής σε καμία διαδήλωση, στο πλευρό κανενός λαού (οποιουδήποτε λαού), αγχωμένος για το μέλλον της χώρας ή των συγχωριανών του; ή έστω για να μυρίσει τι γεύση έχουνε τα χημικά που εισπνέουν οι ελεύθεροι άνθρωποι; Νοσηλεύεται ο έλληνας εφοπλιστής στα ίδια δημόσια νοσοκομεία που νοσηλεύομαι κι εγώ, περιμένει στις ίδιες ουρές του ΟΑΕΔ μ' εμένα, περιμένει απ' τον ΟΠΑΠ μήπως δει μιαν άσπρη μέρα; Κι όταν λέω «εγώ» κι «εμένα», φυσικά, δεν εννοώ εμένα προσωπικά, καθώς δεν έχω την παραμικρή κωλοκαούρα να συγκρίνω εαυτόν με τον κάθε νονό ή μικρο-μαφιόζο της πιάτσας. Εννοώ «εμένα» ως εκπρόσωπο μιας κβαντικά φτωχοποιημένης κατάστασης βίου, που μήτε πεθαίνεις της πείνας, μήτε σου τρέχει κι η αξιοπρέπεια απ' τα μπατζάκια. Δεν πειράζει, ανακαλύψαμε ξανά τι σήμαινε κάποτε το ρήμα μπαλώνω. Ο έλληνας εφοπλιστής, λοιπόν, είναι Έλληνας μόνο κατ' όνομα, δηλαδή για τις δεξιώσεις και τα νταραβέρια του με το κράτος. Στην ουσία είναι ένα εξάμβλωμα της κοινωνίας κι ετούτο είναι πολύ εύκολο να καταδειχτεί, στο βαθμό που κι αυτός - όπως φυσικά και πολλοί άλλοι - κοιτάζει κυρίως την πάρτη του και την κονόμα του. Βέβαια, δε χρειάζεται να είμαστε πολύ σκληροί μαζί του : ο άνθρωπος δεν κάνει κάτι διαφορετικό από εμάς τους υπόλοιπους. Απλά το κάνει πολύ καλύτερα. Βλέπετε, είναι ανώφελο να καταδικάσουμε τον εφοπλιστή δίχως να καταλήξουμε τελικά στην κριτική αποκαθήλωση ολάκερης της κοινωνίας. Αυτό το τελευταίο, δηλαδή η κοινωνία, στην πραγματικότητα και στην κλίμακα που τη θεωρούμε όταν κουβεντιάζουμε, απλά δεν υφίσταται! Παραπαίουμε οι άνθρωποι, ξένοι και ασυνάρτητοι μεταξύ μας, γλιστρούμε σαν τα χέλια ένας δίπλα στον άλλο. Οι άνθρωποι είναι οι παντελώς «άλλοι» κι όχι απλά έτερα «εγώ», πρόσωπα. Υπάρχουν όμως πολλές-πολλές μικρότερες κοινωνίες μέσα στη μεγα-κοινωνία μας, οι οποίες είναι αληθινές και λειτουργικές και υγιείς και δεν έχουν καμία σχέση με τον άκρατο ατομικισμό της φιλελεύθερης κουλτούρας. Δεινοπαθούν, βέβαια, αλλά υπάρχουν.

Ακόμα κι έτσι, ωστόσο, ο σύγχρονος εφοπλιστής αποδεικνύει περίτρανα πως δεν είναι ζωντανό και αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, εφόσον με την παραμικρή ευκαιρία είναι διατεθειμένος ν' άλλαξει σημαία, με την ίδια ευκολία δηλαδή που θ' άλλαζε οδοντόκρεμα ή ένα χεσμένο σώβρακο. Πρωτίστως αποκόπτουν οι ίδιοι εαυτούς απ' τον ελληνισμό όταν ο ελληνισμος γι' αυτούς είναι απλά χρηστικός και όχι μια εσωτερική διάσταση ύπαρξης, μια ουσία δηλαδή αδιαπραγμάτευτη. Γιατί τότε, προφανώς, θα υπέφεραν πού και πού κάτω απ' το βάρος της αληθινής τους ταυτότητας, αρνούμενοι να υποκύψουν στην όποια χρηστική αποκήρυξη τους «επέβαλε» η κατά καιρούς νομοθεσία. Ας πλήρωναν κάποιο τίμημα, βρε αδερφέ, για τα πιστεύω τους. Η αληθινή σημαία του εφοπλιστή είναι φυσικά το κέρδος του και τούτο τον καθιστά γνήσιο τέκνο της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας της μάσας, μα σε καμία περίπτωση μέτοχο κάποιας «ελληνικότητας». Κι οι περιβόητες χιλιάδες θέσεις εργασίας σε έλληνες θα μπορούσαν πολύ εύκολα κι εν μία νυκτί ν' αντικατασταθούν από ισάριθμους Φιλιπινέζους, ινδιάνους Απάτσι ή οκτάχρονα κινεζάκια, αν ετούτο συνέφερε τον εφοπλιστή και το επέτρεπε ο νόμος. Όπως ακριβώς εξαφανίστηκαν κι απ' τα χωράφια οι έλληνες εργάτες, επειδή τελικά συνέφερε τον έλληνα μεγαλοκτηματία κι επειδή τον άμοιρο και βρωμύλο μετανάστη μπορείς ευκολότερα να τον εξαφανίσεις απ' το πρόσωπο της Ιστορίας με μια απλή καραμπίνα, απ' ό,τι το ντόπιο βρωμύλο που πιθανότατα τον περιμένει κάπου κι ένα παιδί ή μία μάνα, δυο πόλεις απόσταση.

Δίχως να 'χω ιδιαίτερη σκασίλα γι' αυτό που αποκαλούμε πατριωτισμό, μπορώ ωστόσο πολύ καλά να καταλάβω πως δεν είναι ορθό να χαρακτηρίζεται ως «έλληνας» κάποιος, ο οποίος για να φερθεί ως τέτοιος χρειάζεται να του δώσει το κράτος κίνητρα, αντί να τ' αναζητήσει μόνος του. Ένας τέτοιος μπαγαμπόντης προσιδιάζει περισσότερο σε μισθοφόρο, σε πατριδοκάπηλο ή απλά σ' ένα κοινό μαλάκα. Ο μαλάκας, φυσικά δεν έχει μήτε πατρίδα, μήτε άλλο δεσμό, πέρα δηλαδή απ' το πουλί του και το όφελος. Γι' αυτό κι έχει γεμίσει ο κόσμος μαλάκες, αλλιώς θα έμεναν στην πατρίδα τους, στην οποία κανένας δε θα γύρευε να εισβάλλει για να τους εκτοπίσει. Θέλω να καταλήξω, λοιπόν, πως εφόσον οι εφοπλιστές είναι πρωτίστως επιχειρηματίες και χρειάζονται κίνητρα ώστε να στηρίξουν τον ελληνισμό, τούτο σημαίνει πως ο ελληνισμός δεν είναι μέρος της φύσης και της ύπαρξής τους. Άρα είναι σωστό να τους αντιμετωπίζουμε ως τέτοιους και μόνο, δηλαδή ως επιχειρηματίες, κι όλα τα υπόλοιπα τα συναισθηματικά και τα εθνικο-ρομαντικά, ας τ' αφήσουμε στην άκρη, γιατί είναι κίνδυνος να βγάλουμε κανά μάτι άμα κουνάμε πολύ τη σημαία, πέρα-δώθε.

Τώρα αν υπάρχει καμία φωτεινή εξαίρεση δε μου αναιρεί δα και το επιχείρημα, καθώς εδώ δε μιλώ για κανόνες μα για κανονικότητες. Έτσι συμπερασματικά και αντιθέτως με τον αρθρογράφο, θεωρώ πως οι έλληνες εφοπλιστές είναι στ' αλήθεια φοροφυγάδες, απάτριδες κι απατεώνες. Φυσικά δεν είναι οι μόνοι, μα τώρα γι' αυτούς μιλάμε. Φοροφυγάδες, λοιπόν, όπως οι περισσότεροι που κερδίζουν αθρόα, καθότι όσο περισσότερα κερδίζεις, τόσο δυσκολότερα μπορείς να τ' αποχωριστείς και τούτη την απλή ψυχολογική νόρμα τη γνώριζε κι ο ίδιος ο Χριστός (οι καρδιολόγοι βέβαια κόβουν αποδείξεις για όλα και γι' αυτό μπερδεύεται, έτσι άκομψα, ο αφελής αρθρογράφος). Απάτριδες όπως οι περισσότεροι που κυνηγούν το χρήμα και δη το διεθνές κι επομένως υψώνουν σημαία προς εκείνο που λατρεύουν, υποστέλλοντας οτιδήποτε άλλο αποπροσανατολίζει το μπούσουλα του κέρδους. Απατεώνες όπως οι περισσότεροι που βγάζουν χοντρό χρήμα, γιατί διαφορετικά δε θα βγάζανε. Ίσως κάποιοι από εμάς να γνωρίζουμε κάλλιστα και τις ακριβείς εκείνες μεθόδους, με τις οποίες τα βαπόρια περνούνε κάθε χρόνο τις επιθεωρήσεις ανά την υφήλιο, αν δεν καταλήξουν νωρίτερα να γίνουν πρωτοσέλιδο με μαύρα γράμματα. Είναι λάθος, κάθε φορά που ακούμε τη λέξη εφοπλιστής το μυαλό μας να πηγαίνει κατευθείαν στον Ωνάση και στη σκάλα του Μιλάνου, αντί στον παχύδερμο Μαρινάκη και στη σκάλα του Περαία, ο οποίος είναι και πιστότερος ως εικόνα και ομοίωση του ιδεατού. Οποιοσδήποτε έχει έστω και μια αμυδρή περιγραφή εκ των έσω μένει απλά ενεός μπροστά στους ποταμούς χρηματικής ασυδοσίας (νόμιμης ή όχι) οι οποίοι πλημμυρίζουν τον κλάδο, ακόμα και για ένα μέσο εκπρόσωπο του είδους. Θα μείνει σοκαρισμένος από τα ποσά που τρώγονται μηνιαίως στις πουτάνες ή άλλες «ακολασίες», χρήματα που για χάρη ενός μονοφαγά και για ένα μόνο μήνα θα σώζονταν από τα χρέη, ας πούμε προς τη ΔΕΗ, ίσαμε και χίλιοι συνταξιούχοι. Τι σχέση έχουν με το σώμα, λοιπόν, της ελληνικής κοινωνίας και τα καθημερινά προβλήματα επιβίωσης κι αυτοπροσδιορισμού, ετούτα το κατακάθια (ή αφρόκρεμα) του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού ατομικισμού και της αλαζονείας; Τι σχέση έχουν μ' εμένα (και τον κάθε εμένα) και τον αγώνα που δίνω καθημερινά, ώστε να παραμείνω άνθρωπος αντίς για κτήνος, να φτιάχνω δεσμούς με τον κόσμο γύρω μου αντί να την κάνω μ' ελαφριά πηδηματάκια; Τι σχέση ήθους έχουν μαζί μου εκείνοι που σπιτώνουν γκόμενες πολυτελείας στην άλλη άκρη της γης, αντί να σπιτώσουν δέκα άστεγους ή μια γιαγιά με τη νοσοκόμα της;

Αυτός ο εξωραϊσμός του εφοπλιστή δεν είναι παρά ένας συμβολισμός που εξυπηρετεί το όνειρο το σύγχρονου αστού : πολίτης του κόσμου, επιχειρηματικός κι επιτυχής. Τα πώς δεν τον ενδιαφέρουν, αρκεί να μην καταρρεύσει το όραμα ενός κόσμου, που λειτουγργεί μόνο δια της οικονομίας. Ο καρδιολόγος Στεφανάδης θα μπορούσε να έχει τη βιλάρα του καταμεσίς μιας βραζιλιάνικης φαβέλας, οχυρωμένης πίσω από ψηλές μάντρες, με κάμερες, σεκιουριτάδες και τάφρους με πιράνχας, αλλά κάθε πρωί να ξεπορτίζει απ' το γκαράζ του έχοντας απόλυτη πίστη στους νόμους της αγοράς και στο αόρατο χέρι του Σμιθ. Τέτοιες τραγελαφικές ψυχοσυνθέσεις, θεότυφλες προς το φόνο ακόμα κι όταν τους πασαλείφεις τη μούρη αίμα, είναι άνθρωποι νοσηρά κι ασύμμετρα μεγαλωμένοι, είναι από εκείνους που καμώνονται πως «οι Γερμανοί είναι φίλοι μας». Δεν είναι προδότες από κακία, είναι προδότες από δειλία. Όχι από δειλία να πολεμήσουν - όχι, όχι! κι εδώ είναι το άρρωστο, διαφορετικά θα μιλούσαμε για πράματα φυσιολογικά κι ανθρώπινα - αλλά από δειλία να εγκαταλείψουν τη βολή ενός κόσμου επίπλαστου. Αρνούνται να αναθεωρήσουν την αίσθηση της πραγματικότητας, καθώς θα 'πρεπε με τον τρόπον αυτό ν' αναθεωρήσουν την ίδια τους την ύπαρξη και την πορεία της : τις κατουρημένες ποδιές που φίλησαν, τους εξευτελισμούς που υπέστησαν, τους συναδέλφους που εκβίασαν και τέλος πάντων όλη την προσωπική τους οδύσσεια, προκειμένου να πραγματοποιήσουν το κοινωνικό όνειρο του έλληνα γιατρού ή δικηγόρου. Αν ένας τέτοιος άνθρωπος αρνηθεί τη σημασία και την αποτελεσματικότητα της ελεύθερης αγορά και των πτωμάτων, αρνείται κατά βάθος την ίδια τη βαθύτερη πίστη του, αρνείται τον εαυτό που ξεπούλησε ή φόνευσε για να βολέψει τον υπόλοιπο εαυτό. Αν τ' αρνηθεί όλα ετούτα είναι σα να δίνει τη χαριστική βολή σ' αυτό που σώθηκε.

Ακόμα κι αν η οικονομία πράγματι ανάρρωνε, από μια δεδομένη αλλαγή στάσης των εφοπλιστών, το ζήτημα δεν είναι ποια οικονομία διασώζουμε, αλλά ποια κοινωνία διασώζουμε. Αν είναι να διασώσουμε την ίδια κοινωνία η οποία γέννησε τα τέρατα που την κανιβάλισαν, να μας λείπει κι ευχαριστούμε. Αν είναι πάλι ν' αλλάξει η κοινωνία τόσο, ώστε να γίνει αντάξια κάποτε του ονόματός της, τότε - πιστέψτε με - η στάση των εφοπλιστών θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα μας απασχολεί και μη σώσουν να υψώσουνε σημαία, στον αιώνα των άπαντα. Γιατί τότε θα 'μασταν ευτυχισμένοι και μάλιστα δίχως πολλά-πολλά! Μπορεί, βέβαια, σ' εκείνη την απέριττη νέα ισορροπία, ο κύριος Στεφανάδης (αλλά κι ο κάθε ονειροπαρμένος) να μην είχε την οικονομική δυνατότητα για ταξιδάκια στο Μισισιπί και τουριστικούς ρομαντισμούς του κώλου. Ή μπορεί πάλι, ν' ακουγε απ' την πλώρη μια φωνή να γκαρίζει στον ίδιο, αντί στο Γιώργο, «Χριστόδουλε φέρε τη μάνικα» γιατί θα 'ταν ο Στεφανάδης ο λοστρόμος, μέσα στη βρώμα και τα λάδια, αντίς ο καρδιολόγος με την καθαρή, σιδερωμένη ρόμπα, απέναντι στα ταπεινά ανθρωπάκια που χτυπούνε δειλά την πόρτα του και, μέσα στην ανάγκη τους, τόνε κοιτάζουν για θεό. Ίσως τότε να 'χε και περισσότερες ελπίδες, κάθε που θα βρισκότανε σε ξένο τόπο να πάρει κάτι απ' τον τόπον εκείνο, μήπως και διασταλεί κάπως ο νους του, παρά ν' αναζητεί παντού τις ίδιες και τις ίδιες προβολές του εαυτού του (γαλανόλευκες κι αγιο-Νικολήδες), μικραίνοντας τον κόσμο, μπας και χωρέσει στη στενάχωρη ψυχή του.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος των Lloyd's (δεξιά) απολαμβάνει μια ακόμα ναυμαχία (αριστερά), όπου οι
Περσικές τριήρεις είναι στην πραγματικότητα «ελληνικών συμφερόντων» ∙ έχουν ωστόσο αλλάξει
σημαία, κάτω απ' το βάρος της δυσβάσταχτης (τότε) αθηναϊκής φορολόγησης των πλοιοκτητών.

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Άμα πετύχει η μαλακία [ Νούμερο 2 ] ...

Ως γνωστόν η μαλακία είναι επαναλαμβανόμενη κίνηση και συνεπώς ο μαλάκας είναι καταδικασμένος να ξαναχτυπήσει. Ο Ρολφ Ντομπέλλι κυκλοφορεί ανάμεσά μας σα μεταστατικός καρκίνος και ξεφυτρώνει ακόμα κι εκεί που δεν τον σπέρνουν. Είπα θα τον κάνω block δια παντός και μου τον στέλνει ο άλλος mail. Ρε αν έχεις το Θεό σου, χίλιες φορές να διαβάσω εκείνο το spam για την επιμηκύνση του πέους! Ή το άλλο με τον πρίγκιπα απ' την Ουγκάντα, που θέλει να του κάνω εξυπηρέτηση για 50.000 δολλάρια. Τουλάχιστον ο spammer σέβεται τη νοημοσύνη μου, αφού ασφαλώς γνωρίζει πως γράφει μαλακίες κι ότι, κατά 99%, θα πεθάνω στο γέλιο. Οπότε μου φτιάχνει και τη μέρα.

Το προηγούμενο άρθρο του Ντομπέλλι το 'χα πετύχει σε σύνδεσμο του Lectures Bureau . Τούτο που μου στείλανε είναι από τη συμπρωτεύουσα . Όχι πως έχει σημασία και μη σκάτε, γιατί 'ναι ο σύνδεσμος του συνδέσμου, ω σύνδεσμε! Άμα βάλετε στην αναζήτηση «κοινωνική απόδειξη» θα διαπιστώσετε ότι οι σκατόμυγες τη μυρίζονται την κουράδα από χιλιόμετρα. Έτσι το κείμενο έχει αναπαραχθεί αμέτρητες φορές, με τραγικότερη εκείνη της Σώτης , η οποία είναι η μόνη που γράφει το ήθος στα παπάρια της (όπως δηλαδή το συνηθίζει) και παρουσιάζει το κείμενο για σκατοτοισεκατό δικό της. Θα μου πείτε δεν είναι ακριβώς έτσι κι είσαι κακεντρεχής : το κορίτσι πατάει αλαφρά στο κείμενο του Ντομπέλλι κι αυτοσχεδιάζει. Πατάει όμως πολύ καλά και με τα δυο ποδάρια : με το δεξί ποδάρι copy, με το ζερβό ποδάρι paste. Κι ας είναι τούτη δα, που την έχει μεταφράσει την «Τέχνη της καθαρής σκέψης» του Ντομπέλλι. Δεν είναι παράδοξο; Μια μικρή αναφορά στο πρωτότυπο θα τιμούσε και την ίδια. Όμως οοόχι! Δεν είναι η Σώτη απ' αυτές. Ή είσαι μουσίτσα ή δεν είσαι. Άραγε το ξέρει ο Ντομπέλλι; Άραγε το ξέρει ο Πατάκης; Άραγε το ξέρει η Athens Voice; Άβυσσος η ψυχή του λογοκλόπου.

Τώρα ο διανοητής της πεντάρας (ο Ντομπέλλι, εννοείται, γιατί μαζεύτηκαν πολλοί στην προηγούμενη παράγραφο), θέλοντας να γράψει γι' άλλη μια φορά την εξυπνάδα του, πιάνει να θίξει ένα φαινόμενο, το οποίο ονομάζεται και καλά «κοινωνική απόδειξη». Είναι λέει το πράμα που συμβαίνει και σηκώνεις το κεφάλι σου κι εσύ, σα τη μαϊμού, άμα στο διάβα σου συναπαντήσεις πέντε τυχαίους να 'χουνε, γι' άγνωστο λόγο, καρφώσει τα βλέμματα στα ουράνια. Φυσικά, στην πραγματικότητα, οι περαστικοί δεν πρόκειται να σταθούν ούτε κλάιν-μάιν δευτερόλεπτο - πέραν από τίποτε αργόσχολους - μα θα συνεχίσουν να κοιτάνε τη δουλειά τους σκυθρωποί. Ο Ντομπέλλι μάλλον έχει στο νου του περισσότερο τις γελοιογραφίες, από την εποχή του '50, παρά τον κόσμο όπου λάμπει ο ήλιος. Και στο κάτω-κάτω το νόημα του μιμητισμού απέχει παρασάγγας από το νόημα της κοινωνικής πίεσης, που θέλει να μας τσαμπουνήσει.

Παραθέτει κι άλλα παραδείγματα, ο Ντόμπελλος, τα οποία είναι τόσο παράταιρα, ώστε όχι μόνο δεν βγάζεις άκρη το τί 'ναι τούτη η καινούργια μόδα της «κοινωνικής απόδειξης» μα, πολύ περισσότερο, αντιφάσκει ένα το άλλο. Γιατί - όπως είπαμε - είναι διαφορετικός ο λόγος που κοιτάς ψηλά, όταν κοιτάνε κι άλλοι, διαφορετικός ο λόγος που χειροκροτάς, όταν χειροκροτάνε κι άλλοι, διαφορετικός ο λόγος που αφήνεις φιλοδώρημα, όταν αφήνουν κι άλλοι. Και, τέλος πάντων, γίνονται τα πάντα casus dobelli κι αχταρμάς. Κοιτάς ψηλά από περιέργεια κι όχι από στείρα μίμηση ή γιατί βλέπεις κάτι σωστό. Διαφορετικά, άμα έβλεπες κάποιον να ξύνει τ' αρχίδια του θα τά 'ξυνες κι εσύ, κάτι που δεν ισχύει. Χειροκροτάς για να τιμήσεις τον καλλιτέχνη, αλλά δεν υπάρχει και κανονισμός «Savoir-vivre δια Συναυλίας» κι οπότε, με την παραμικρή ευκαιρία, τ' αφήνεις το κλαπέτο (κι άμα προσέξετε στο πλήθος, συνήθως δε χειροκροτούν ούτε οι μισοί) κι όταν αφήνεις φιλοδώρημα δεν είναι γιατί το κάναν κι άλλοι - έτσι αναίτια - παρά για χίλιους λόγους : γιατί θέλεις να είσαι κοινωνικά καθωσπρέπει (κάτι που δεν είναι καθαρή μίμηση, μα υστεροβουλία), γιατί σκέφτεσαι την εποχικότητα ενός σχεδόν ασήμαντου επαγγέλματος, που το πιθανότερο δεν αφήνει ένσημο ούτε για παρακεταμόλη, γιατ' είσαι δειλός και ντρέπεσαι να μην αφήσεις, γιατί σ' αρέσει το γκομενάκι στην γκαρνταρόμπα κι όρεξη να 'χεις, να σκαρφίζεσαι αιτίες. Όπου ταπώνεται περίτρανα ο κάθε Ντομπελλάκης, καθώς σε όλα του σχεδόν τα παραδείγματα υπάρχουν αιτίες διαφορετικές και πολυποίκιλες, οι οποίες τρυπώνουν ένα επίπεδο βαθύτερα, απ' τη γενετικά κληρονομημένη μαζικότητα ή την «απόδειξη» - που ούτως ή άλλως είναι διαφορετικά πράγματα.

Απαγωγή σε άτοπο ...

Για να μην πούμε για το φόβο. Φαντάζεστε, ας πούμε, να βρίσκεται κανείς στην ομιλία του Γκέμπελς [1], [2] και να πρέπει να ορθώσει ανάστημα, καταμεσίς σε 50.000 πωρωμένους; Εδώ νικάει το χεσμένο σώβρακο με πέντε αυτογκόλ, παρά οι κακές παρέες που σε παρασέρνουν. Σίγουρα, μερικοί από εσάς, έχετε κάποια στιγμή χαζέψει εκείνη την απολαυστική φωτογραφία, με τον Γερμανό εργάτη που αρνείται να χαιρετήσει ναζιστικά, ο οποίος μόνος ανάμεσα σ' εκατοντάδες έχει τα χέρια σταυρωμένα και χαζεύει τους μαλάκες, γύρω του, μ' εκείνο το ύφος της γιαγιάς μου : «Ε δεν είμαστε καλά, τι καμώματα είναι πάλι τούτα»; Περιεργάστηκα λίγο τη φωτογραφία κι ανακάλυψα ακόμα ενάμιση πιθανούς αντιρρησίες, αλλά ο δικός μας είναι στα σίγουρα ο πιο cool ever - άσε που ξεχωρίζει και σα τη μύγα μες στο γάλα. Αν ήμουν γυναίκα, αυτόν τον άντρα θα τον ερωτευόμουν. Μα το ζητούμενο, ωστόσο, παραμένει : ήταν ο μόνος που σκεφτόταν ανάλογα ή ο μόνος που 'χε τ' αρχίδια ν' αντισταθεί, παρά το φόβο να χάσει τη δουλειά ή τη ζωή του; Και πού διάολο χωράει η «κοινωνική απόδειξη», όταν οι απέναντι βαστούν την εξουσία ή τίποτε, ακόμη, πιο μυτερό; Γι' άλλη μια φορά ο καλός Ντομπέλλι παρατά τις ερμηνείες μετέωρες στη μοίρα τους.

Πίσω στα δικά μας, ωστόσο, θα πρέπει να επισημάνουμε πως το παράδειγμα του Sportpalastrede είναι άτοπο εξ ορισμού. Για τον απλό λόγο πως η κοινωνική πίεση έχει εφαρμοστεί πολύ νωρίτερα, στα ίδια τα σωθικά και τις διεργασίες της κοινωνίας, παρά ξάφνου και δια μαγείας στο κατάμεστο στάδιο του Βερολίνου. Οι ναζιστική σύναξη της 18ης Φεβρουαρίου του 1943 ήταν ήδη βαθιά συνειδητοποιημένη από το κατώφλι της εξώπορτας και δεν παρασύρθηκε ούτε απ' τον ενθουσιασμό, ούτε απ' τον ανιματέρ, ούτε από λεωφορείο. Κι ως εκ τούτου δε στέκει δα κι ακράδαντο το επιχείρημα, πως δηλαδή μέσα στο ίδιο πλήθος, ερωτηθέντες κατά μόνας, δε θα 'χε βρεθεί ουδείς να συναινέσει στην επερχόμενη τρέλα. Το πολύ-πολύ να μη χαμογελούσαν τόσο. Κάτω απ' την ίδια ομπρέλα, που ο Ντομπέλλι - είτε η επιστήμη - ονομάζει «κοινωνική απόδειξη» υπονοώντας μιαν άλφα κοινωνική πίεση, στοιβάζονται διαφορετικά φαινόμενα, τα οποία θα μπορούσαν και να οφείλονται σε κοινωνική «έλξη», σε κοινωνική «αδράνεια», σε κοινωνικό «φόβο» ή σε κοινωνικό «καμουφλάζ». Το φαινόμενο, το οποίο ουσιαστικά επιθυμεί να εξετάσει ο αμπελοφιλόσοφος της χειρομαλακτικής στοάς, πρόκειται για την αλλοίωση της ορθολογικής συμπεριφοράς - κι όχι του συναισθήματος - εκβιασμένης από το «δίκιο» των πολλών. Τούτο, ωστόσο, είναι μια συνειδητή μεταστροφή και αυταπάτη - καθότι στο εσωτερικό του νου διαδραματίζεται, έστω και προς στιγμή, μια σύγκρουση - κι όχι το αγελαίο συναίσθημα, που υπονοεί.

Συχνά, οι άνθρωποι «συμμορφώνονται» με την πλειοψηφία για λόγους, οι οποίοι δεν έχουν να κάνουνε με την πειθώ, αλλά με διαφορετικές αφετηρίες. Όταν επιλέγω να χειροκροτήσω τη χρονική στιγμή που χειροκροτούν κι οι άλλοι δεν είναι γιατί θεωρώ σωστή ή καλή τη συμπεριφορά τους. Είναι γιατί κι εγώ θέλω να χειροκροτήσω, κάποια στιγμή, από μόνος μου, αλλά αμφιβάλλω για το κατάλληλο. Άπαξ κι η φάση κάποτε γαμηθεί, γιατί βρεθήκανε 2-3 περισσότερο αλλοπαρμένοι ώστε να συγκρατηθούν, λες : ας πάει και το παλιάμπελο, ας γίνει τώρα. Δεν είναι γιατί πείστηκα από τη συμπεριφορά τους, ούτε γιατί πιέστηκα ή παρασύρθηκα. Ήταν κίνηση στρατηγική. Ούτε η περιέργεια, επίσης, είναι πειθώ και συνεπώς, αν συναντήσω κάποιους στο δρόμο να κοιτουν σα χάνοι τα σύννεφα, δε θα το πάρω για πράξη σωστότερη απ' το να κοιτάξω τη δουλειά ή το πουλί μου. Η στάση τους δε μπορεί να κριθεί με όρους σωστού-λάθους ή καλύτερου-χειρότερου. Απλά θα σκάσω από περιέργεια. Άμα δε δω τίποτα ενδιαφέρον θα χαμογελάσω και θα συνεχίσω την πορεία μου. Άμα τώρα είναι πολλοί χάνοι μαζεμένοι, το πολύ-πολύ να ρωτήσω κάποιον απ' αυτούς τι διάολο χαζεύουν. Κι άμα δε βρω ικανοποιητική την απάντηση θα χαμογελάσω με οίκτο και θα συνεχίσω την πορεία μου. Ούτε το πρωτόγονο αίσθημα του μεταδιδόμενου πανικού είναι «απόδειξη». Αν δω δεκαπέντε χωριανούς να τρέχουν προς την αντίθετη κατεύθυνση, επειδή τους κυνηγά ο βασιλιάς των λιονταριών ή ο Τιμόν κι ο Πούμπα μεταγγλωτισμένοι, δε θα τρέχουν με γέλια και χορούς, αλλά με πρόσωπα συσπασμένα από τον τρόμο και μάτια γουρλωμένα σαν αυγά μάτια. Η διάδοση του τρόμου, ωστόσο, και η μαζική υστερία είναι φαινόμενα της ψυχολογίας, τελείως διαφορετικής φύσης από την κοινωνική απόδειξη κι είναι χρέος να εξετάζονται αυτόνομα. Για το φόβο της μάζας ή της εξουσίας - και όχι την πειθώ - τα είπαμε και τα κουβεντιάσαμε, νωρίτερα, στα περί Γκέμπελς. Ούτε η ντροπή ωστόσο είναι κοινωνική απόδειξη, καθώς δε βασίζεται σε κάποια πειστική διεργασία περισσότερο, απ' ότι στο άγχος της αποδοχής ή εκείνο της σύγκρουσης. Πολύ συχνά, δηλαδή, επιλέγουμε να μη ξεχωρίζουμε από τη μάζα, όχι γιατί παρασυρόμαστε να θεωρούμε τις τακτικές της μάζας τελειότερες, παρά για να 'χουμε το κεφάλι μας ήσυχο και να παραμένουμε μακριά από μπελάδες. Όλα ετούτα - και χιλιάδες άλλα, που πιθανότατα σκεφτεί κανείς πλουσιότερος σε φαντασία από μένα - μπορεί να καταλήγουν στον ίδιο φαινότυπο, βασίζονται ωστόσο σε διεργασίες εντελώς διαφορετικής φύσης. Δε συμμορφώνονται πάντα οι άνθρωποι με τους πολλούς, γιατί κρίνουν την τακτική των πολλών ορθότερη, αλλά (και) για χίλιους άλλους λόγους.

Αλλά και παρακάτου γίνεται ρεζίλι ο λοχαγός Ντομπέλλι, γράφοντας :

« Το πείραμα που έκανε για πρώτη φορά ο ψυχολόγος Σόλομον Ας, το 1950, αποδεικνύει πόσο η κοινωνική πίεση μπορεί να διαστρεβλώσει τη σωστή κρίση. »

Άμα ήταν σωστός επαγγελματίας και όχι σκιτζής και καραγκιόζης θα έκαμε τον κόπο να διασταυρώσει και δυο πληροφορίες. Θα διαπίστωνε τότε ότι στο πείραμα του Σόλομον, το οποίο βαστά απ' το '50 - τι μανία κι αυτή των διανοούμενων με τα παρωχημένα πειράματα, λες και δε γίνονται πειράματα στην εποχή μας - έχει ασκηθεί και ουσιαστική κριτική. Έτσι, στην καλύτερη περίπτωση κι άμα είσαι σοβαρός άνθρωπος, το πολύ-πολύ να πεις πως τα εν λόγω ευρήματα συνιστούν «ισχυρές ενδείξεις», μα σε καμία περίπτωση «απόδειξη» - όπως ισχύει και στους πειραματισμούς, εν γένει, της ψυχολογίας, εξαιτίας της ιδιαίτερης φύσης τους.

Μ' όλη την καλή διάθεση, δε βρίσκει κανείς ουτ' ένα παράδειγμα εντός θέματος! Ούτε οι εμβόλιμοι γέλωτες στις κωμικές σειρές λειτουργούν στο θεατή ως κοινωνική απόδειξη, ούτε τα διαφημιστικά μηνύματα. Οι πρώτοι γιατί απευθύνονται στο πλέον αρχέγονο αίσθημα του ήχου, το οποίο έχει συναισθηματική ισχύ μεγατόνων και δρα με την αμεσότητα του ακαριαίου - όπως ένα ξερό κλαδί που σπάει πίσω απ' την πλάτη μας, σε κάποιο σκοτεινό μονοπάτι του δάσους και στέλνει τους σφυγμούς στα κόκκινα. Εξού κι η υποβλητική δύναμη των soundtracks ή, αντιθέτως, η ταπείνωση που υφίσταται μία ταινία τρόμου, μ' απενεργοποιημένο ήχο. Όσον αφορά στα δεύτερα, δηλαδή τα διαφημιστικά σλόγκαν, ο πήχης πέφτει ακόμα χαμηλότερα. Και την κουτσή Μαρία να ρωτήσεις το ξέρει, πως δηλαδή σκοπός της διαφήμισης δεν είναι να σε πείσει, παρά να σου θυμίσει την ύπαρξη του προϊόντος κι αν είναι δυνατόν να σου κάνει και πλύση εγκεφάλου. Γι' αυτό και σε κερδίζει το προϊόν που ακούγεται περσότερο οικείο ή που 'χει καλύτερο περτύλιγμα.

Εδώ, ο Ντομπέλλι περνάει ξώφαλτσα απ' το ζητούμενο και πάλι αστοχεί ο μαλακοπίτουρας! Γιατί τούτη η οικειότητα που επέρχεται με την ανηλεή επανάληψη είναι το μόνο είδος «απόδειξης», που 'χουμε πετύχει μέχρι τώρα και μπράβο μας, βρήκαμε μια εφαπτομένη του θέματος! Αλλά σε καμία περίπτωση δεν οφείλεται στο «γεγονός» πως πρόκειται για προϊόν πρώτο σε πωλήσεις, όπως καμία νοικοκυρά δεν αγόραζε το Skip γιατί το συνιστούσαν 29 κατασκευαστές πλυντηρίων, αλλά γιατί μπορεί να 'ταν πιο φτηνό, πιο παλιό, πιο καλό στη χρήση ή το 'χε μάθει από τη μάνα της. Το διαφημιστικό σποτ θα μπορούσε κάλλιστα να λέει «προϊόν πρώτο σε προκλήσεις» - ή σε προσκλήσεις, ή σε παραισθήσεις - και κανείς να μην έπαιρνε χαμπάρι τη διαφορά. Όλο και κάποιος από μας - όχι εγώ, προς θεού! - άμα τραβά ζόρι στο μπιντέ, θα 'χει πιάσει να διαβάζει τα σαμπουάν και τ' αφρόλουτρα για ν' αποσπάσει το μυαλό του. Είναι απίστευτο πόσες αδιάφορες ασυναρτησίες σκαρφίζονται οι σχεδιαστές του προϊόντος, προκειμένου να γεμίσουν τον κενό χώρο της ετικέτας και να μη φαίνεται το προϊόν γυμνό - ή να φαίνεται ως να 'χει κάτι σημαντικό να πει, εφόσον υπάρχουν τόσες λεξούλες στριμωγμένες, μία δίπλα στην άλλη, σε τόσο λίγο χώρο.

Τουλάχιστον, ο άμοιρος Ντομπέλλι είναι ένας απλός μαλάκας, που προσπαθεί να πουλήσει κανά βιβλίο. Η δε Σώτη είναι μια κακιασμένη μάγισσα κι άμα το καλοσκεφτείς ο μόνος λόγος που γράφει, τελικά, το άρθρο «της» - το αίτιο κι η αφορμή - γίνεται φανερός ήδη από την πρώτη κουβέντα : είναι μόνο και μόνο για να «την πει» στο ΣΥΡΙΖΑ, με τον οποίο για μια περίοδο είχε σκυλιάσει. Η Χρυσή Αυγή προστέθηκε, φυσικά, για γαρνιτούρα και για τα μάτια του κόσμου - και καλά να μην την πάρουν για φασίστα, παρότι έχει όλα εκείνα τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά, ώστε δύσκολα θα την ξεχώριζες από έναν. Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί, λέει ο λαός, μα εγώ δε συμφωνώ πως η Σώτη Τριανταφύλλου είναι τέτοια γυναίκα και σας παρακαλώ να μη μου ασκηθεί μήνυση. Στο κάτω-κάτω η πουτάνα είναι επαγγελματίας, ενώ η Σώτη δεν φέρεται σε καμία περίπτωση επαγγελματικά, όταν αποφεύγει να συμπληρώσει στην κατακλείδα, πούθε κρατά η σκούφια του κειμένου που αναπαράγει, παρουσιάζοντάς το για δική της έμπνευση και δική της εργασία. Κλείνοντας, να αποδώσουμε για μια τελευταία φορά τα εύσημα στο σύντροφο Ρολφ, ο οποίος έδωσε και πάλι ρεσιτάλ μαλακίας, πιτσιλώντας όποιον έβρισκε μπροστά του. Διατηρείται σταθερά στον πάτο, τόσο που το απόλυτο μηδέν είναι γι' αυτόν φιλοδοξία και μέλλοντας εξουθενωτικός. Κι είναι απορίας άξιο πώς άνθρωποι σαν κι αυτόν πουλάνε βιβλία και βγάζουνε λεφτά, δίχως να λένε τίποτα - ή ακόμα χειρότερα, λέγοντας βρωμιές - την ώρα που άνθρωποι σαν κι εμένα λέμε τόσο όμορφα και καθωσπρέπει πράματα και μάλιστα με πολύ περισσότερες λέξεις. Βάζουμε, δηλαδή, κάποιο μεράκι κι έναν κόπο. Λες; Λες να πάω στον Πατάκη; Και λες ν' απαιτήσω κι από πάνω να με μεταφράσει η Σώτη; Η οποία είναι τόσο καλή στις μεταφράσεις, ώστε δύναται ν' αποδίδει άριστα ακόμα κι εκείνο το σιβυλλικό «Ντομπέλλι» - ίσως κι άλλα ομοίως - ως «Τριανταφύλλου»;;

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Θέλει αρετή και τόλμη η Ελευθερία. Η Ευφυία πάλι ...

Εγώ, προσωπικά, δεν το κρύβω πως είμαι μαλάκας, αλλά δεν έχω και δείκτη νοημοσύνης 189. Ο Νικόλαος Λυγερός είναι μια ελάχιστη παρηγοριά, γι' ανθρώπους σαν και μένα, καθότι έχω να λέω πως μοιάζουμε κατά το ήμιση. Δυστυχώς, η ευφυΐα δεν είναι από τις δημοκρατικότερες ιδιότητες, σε αντίθεση φυσικά με άλλες, χαμηλότερου επιπέδου, αλλά ισοπληθών διαστάσεων, όπως π.χ. η μαλακία. Είναι ευλογία, φυσικά, για την κοινωνία, τον πολιτισμό και τον τόπο μας, το γεγονός πως υπάρχει, βρε αδερφέ, ένας κοινός παρονομαστής ώστε να μπορούμε να συνεννοηθούμε όλοι οι Έλληνες μεταξύ μας, από τις αμοιβάδες μέχρι και τους Πυρηνικούς Φυσικούς! Εδώ, βεβαίως, δεν πρόκειται ν' ασκήσω κριτική στις υψιπετείς συλλήψεις και τις ουρανοσκεπείς κατακτήσεις του Λυγέρειου πνεύματος, καθότι στερούμαι των νοητικών προϋποθέσεων, καθισμένος εδώ στο χαμηλό σκαμνάκι μου. Σε μια παρτίδα σκάκι, θα μ' άφηνε μόνο μου με τα πιονάκια, μέσα σε τρεις κινήσεις, την ώρα που 'κείνος θα 'χε - το λιγότερο - σκαρώσει πέντε βασίλισσες. Ευτυχώς, ωστόσο, υπάρχουν κι άλλα κριτήρια, για να ζυγίσεις την ποιότητα οποιουδήποτε, οσοδήποτε «υψηλού». Κριτήρια της Λαϊκής και του πεζοδρομίου, απλά και προσιτά. Και τούτα έχουν να κάνουν με το ήθος ενός ανθρώπου, ιδιότητα που σε μεγάλο βαθμό είναι καθρέφτης κι αντανάκλαση της ψυχικής του τάξης - ή του χάους. Εκείνο που καθιστά και το πλέον ευφυή τιτάνα, προσβάσιμο στις δυνατότητες της λασπουριάς, είναι η κοινή ανθρωπινότητα της ψυχής του - με την υλιστική έννοια της λέξης. Καμία ευφυΐα δεν έδωσε ποτέ και σε κανέναν άνθρωπο φτερά τόσο μεγάλα κι ισχυρά, ώστε να δραπετεύσει από το φόβο, την απελπισία, τη μοναξιά, την απόγνωση, τη μελαγχολία, την κατάθλιψη, τη δειλία, το σφάλμα, το θάνατο ή - αν το θέλετε - από την ανευθυνότητα, την αλαζονεία, τον εγωισμό, τη μικροψυχία, το σαδισμό, το μαζοχισμό, την ανωμαλία, το ψέμμα, τη διπροσωπία, τη ζήλεια ή τελικά τη μαλακία. Όλα ετούτα απαιτούν απλή, κελαρυστή δροσιά σοφίας, παρά επεξεργαστικές επικότητες Νείλων και Ιμαλαΐων. Από την άποψη ετούτη, ο Νίκος Λυγερός καλύτερα να μασάει παρά να μιλάει.

Το ξέρω πως γίνομαι πολλά φτυάρια άδικος, αλλά στο κάτω-κάτω δικαιολογούμαι γιατί δεν τα βάζω με κάποιον στο ύψος μου, μα πολύ ψηλότερο και πρέπει κάπως να ισορροπήσω. Ο Λυγερός δεν είναι εύκολο θύμα, όμως ο Πρετεντέρης ή ποιος άλλος είναι στη μόδα σήμερα, καθώς δε βλέπω πλέον τηλεόραση. Προσωπικότητα πολυσχιδής και αμφιλεγόμενη, δυσερμήνευτος φυσιογνωμικά (εν μέρει ανέκφραστος), δεν υπάρχει φαινομενικά τομέας που να μην έχει αγγίξει, ώστε ακόμα και με IQ μερικά σκαλιά πιο κάτω, θα μπορούσε εύκολα να σε «αδειάσει» χοροπηδώντας σα κρι-κρι, από το ένα πεδίο γνώσης στο άλλο, καταλήγοντας να παίζεις διαρκώς στην έδρα του. Σα γουστάρει, σα βρίσκεται δηλαδή στο κέντρο μιας χαριτωμένης παρέας, μπορεί να γίνει άνθρωπος με χιούμορ, παρότι η φυσιογνωμία του είναι μια διαρκής εκφραστική ένσταση. Άλλοτε πάλι, αντιμέτωπος με τη γλυκανάλατη ανεπάρκεια - η οποία δε θυμάται ούτε καν πώς λέγεται η εκπομπή της, τσαλαπατώντας το εύστοχο λογοπαίγνιο του καλεσμένου, με την αγελαδίσια της βραδύτητα - βυθίζεται στη Λυγέρεια νιρβάνα του, ώστε δεν είσαι σίγουρος αν είναι έτοιμος να πει κάτι βαθύ ή θα πιάσει να ροχαλίζει. Απέναντι σε τόση βλακεία, ο Νικολάκης μάλλον βρίσκει το δάσκαλό του και τη φτέρνα του Αχιλλέα : χάνει με διαφορά! Αντί ν' ακουστεί λιτός και δωρικός, ακούγεται αλαφροΐσκιωτος και ψωροφαντασμένος. Εκτός κι αν είναι, πράγματι.

Καταρχάς, το πρόβλημα με το Νίκο Λυγερό δεν είναι ο ίδιος ο Νίκος Λυγερός, αλλά ο πιασάρικος και φτηνός τρόπος με τον οποίο προβάλλεται από τα μέσα, ως ο εξυπνότερος Έλληνας και άλλα ευτράπελα. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο άνθρωπος, με όλες του τις πετριές, έχει να πει πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα από το IQ του. Κι ωστόσο, δεν είναι πως δείχνει κι ο ίδιος ιδιαίτερη κωλοκαούρα να κόψει του αλλουνού το βήχα και να επαναφέρει την κουβέντα στα μέτρα, τα σωστά. Πιθανότατα ερεθίζεται από τη διακριτική ετούτη λατρεία και την αφήνει να πλανιέται στον αέρα, σαν την κλανιά που κανείς δεν άφησε, μα όλοι είμαστε μάρτυρες της ύπαρξής της. Γιατί, όπως και να το κάνεις, δε μοιάζει γι' άνθρωπος, που δε θα μπορούσε να σε βάλει στη θέση σου, αν το επιθυμούσε. Αλλά μάλλον δεν το επιθυμεί. Γουστάρει να γίνεται κάδος κοπλιμέντων και θαυμαστικών, την ώρα που εκείνος υποκρίνεται πως δυσανασχετεί διακριτικά, εστιάζοντας τη ματιά του στο υπερπέραν. Γουστάρει, γιατί διαφορετικά - και σαν δεινός σκακιστής με IQ διακόσια στρογγυλοποιημένα - θα έπρεπε να 'χει αναμφισβήτητα επεξεργαστεί 30 κινήσεις μπροστά, προβλέποντας τι θα συμβεί σε μια εκπομπή τύπου "Η ζωή είναι αλλού", "Στα άκρα" ή άλλα παρόμοια τηλεοπτικά ραντεβού. Αλλά, δεν αρνήθηκε την πρόσκληση. Όχι! Γιατί; Γιατί γουστάρει. Γιατί γουστάρει να του δίνουν την ευκαιρία να εκτοξεύει βερμπαλισμούς του τύπου : εγώ δεν ανήκω στην κοινωνία, ανήκω στην ανθρωπότητα και άλλα φούμαρα περί σκοπού της ζωής του και ό,τι άλλο. Κι εδώ πιάνει να δουλεύει το καλό μου φτυάρι. Γιατί ο Λυγερός δεν έχει ένα πρόσωπο (ή προσωπείο - κανείς δε γνωρίζει), αν δηλαδή εξαιρέσεις την εκφραστική του μιζέρια, αλλά διάφορα πρόσωπα και μάλιστα αμφιλεγόμενα. Μπορεί να γίνει εξίσου βαθυστόχαστος συνομιλητής, όσο και φρενήρης αυνάνας. Ποιον Λυγερό να πιστέψω, λοιπόν, με κάθε τιμιότητα; Τον ευφυή συνομιλητή του Αντιφώνου ή τον απόλυτα κοινότοπο μαλάκα της ομιλίας για το Μακεδονικό; Και λέω : μ' όλη του την ευφυία και κάτω από την ευφυία, ο άνθρωπος τούτος κρύβει όλον το ανθρώπινο βιωματικό βόθρο, που κρύβουμε κι όλοι εμείς οι χαζότεροι, κι είναι στον ίδιο βαθμό δημιούργημα και κτήμα της κοινωνίας και της εποχής του, παρόλες τις μεγαλοστομίες που του αρέσει να εκσφεντονίζει περί ανθρωπότητας και κολοκύθες ριγανάτες.

Γιατί, μεταξύ μας, τον συμπαθούσα τούτο τον ιδιόρρυθμο τυπάκο, που γνώρισα πρώτη φορά στην εκπομπή της μελιστάλαχτης Κυριακοπούλου κι ακόμα καλύτερα, αργότερα, στη συνοπτική διαδικασία του Αντίφωνου. Χάζευα, κατά καιρούς, διάφορα δικά του και τα συλλογιζόμουν με δέουσα βαρύτητα - παρότι, στα σωθικά μου, κάτι βρωμούσε και στέκονταν παράταιρο. Ιδέα μου λέω θα 'ναι. Όπως κάθε μικροπρεπής, συρρικνώνω εκείνο που δεν καταλαβαίνω ή γυρεύω ελαττώματα σ' εκείνο που δε φτάνω. Όταν όμως, κάποια στιγμή, έπεσα σε τούτο το απόσπασμα από το συλλαλητήριο για το Σκοπιανό, δεν πίστευα στα μάτια μου!!! Αυτό το παραλληρηματικό ανθρωπάριο, που κραδαίνει το δάχτυλο στον ουρανό σαν καραγκιόζης, είναι ο άνθρωπος με το ουρανομήκες IQ;;;!!! Αυτό το αλλόφρον κι ασυνάρτητο μικροαστικό λογύδριο, τούτο το εμετικό παραλλήρημα από εθνοβριθείς κοινοτοπίες, τούτο το συναισθηματικό αποπάτημα, είναι τέκνο και δημιούργημα του... εξυπνότερου Έλληνα;;; Τριβόμουν και ξανατριβόμουν, μα η εικόνα παρέμενε σταθερά σιχαμερή.

Ο Έλληνας που 'ναι πιο έξυπνος κι από το δάχτυλό του !!

Θα είμαι ειλικρινής. Περισσότερο κι από αηδία, ένιωσα φόβο. Φόβο, γιατί έχανα - προς στιγμήν και γι' άλλη μια φορά - την πίστη και την ελπίδα μου στον Άνθρωπο. Γιατί συνειδητοποιούσα, ξαφνικά, πόσο επιθετικά μεταστατικό στέκεται, τούτο το καρκίνωμα των Θρησκειών και των Εθνών, που δεν επιτρέπει ούτε στους ευφυέστερους νόες ν' αποδράσουν από το θάνατο, τον ψυχικό. Θα προτιμούσα - χίλιες φορές - τούτο παραλλήρημα να μην είναι παρά το συνηθισμένο, πολιτικό αφήγημα της τυπικής δημαγωγίας και υποκρισίας. Ή έστω ένα άριστα προμελετημένο τέχνασμα, στα πλαίσια μιας ευρύτερης στρατηγικής κίνησης, που αδυνατούμε να συλλάβουμε, εμείς οι υποδεέστεροι. Πολύ φοβούμαι, ωστόσο, ότι ακόμα και τούτος ο εξυπνότερος Έλληνας δεν είναι τίποτα περισσότερο, από το σιχαμερό δείγμα του μικροαστού, που αυνανίζεται με τις μεγάλες ιδέες, όχι γιατ' είναι μικροτσούτσουνος, παρά γιατ' είναι ατσούτσουνος. Καθόσον η ελληνική κοινωνία και, ειδικότερα, η θεοφοβούμενη, ελληνική οικογένεια έχει ετούτο το μεγάλο χάρισμα να ευνουχίζει τα τέκνα της, μα δυστυχώς όχι κυριολεκτικά. Οι ανοργασμικές μανάδες κι οι ανίκανοι μπαμπάδες, γέμισαν τον κόσμο με απογόνους στείρους και απέλπιδες, με κατατσακισμένο το πηγαίο αίσθημα της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας, ζεμένους στη διαιώνιση της εθνικιστικής και της θρησκευτικής μαλακίας. Πώς να μη χάσει κανείς την πίστη του στον Άνθρωπο, όταν κι ο υψηλότερος δείκτης νοημοσύνης στέκεται πολιτικά και πολιτισμικά ανεπαρκής; Ευτυχώς, η απάντηση δεν κρύβεται στην ευφυΐα. Η ευφυΐα δεν είναι μονόδρομος κι ούτε καν η λύση στο πρόβλημα της ανθρώπινης επιβίωσης, όπως αυταπατάται ο Λυγερός. Γιατί ως κλασικός αυνάνας αντικρίζει μόνο το πουλί του κι όταν κοιτάζει ένα γύρω, πάλι το πουλί του βλέπει παντού. Κι επειδή ο Λυγερός τυγχάνει ευφυής νομίζει πως όλα τα προβλήματα λύνονται με την εξυπνάδα, όπως ο παραδόπιστος νομίζει πως όλα τα προβλήματα λύνονται με χρήμα κι ο μπογιατζής με το πινέλο. Μ' όλη του την ευφυϊά αδυνατεί να διακρίνει τη ζημιά που γίνεται στον ανθρώπινο ψυχισμό με την ανατροφή κι ότι καμία λύση, σε τούτο το δύσκολο πρόβλημα που λέγεται Άνθρωπος, δε δύναται να είναι μονοδιάστατη. Μ' όλη του την ευφυΐα αδυνατεί να ξεχωρίσει τις δικές του δυνατότητες - ας υποθέσουμε ερμηνευτικά ανώτερες - από τις δυνατότητες του μέσου, κρυφο-φασίστα ακροατή του, ώστε απευθύνεται στο λαό, όχι ζυγίζοντας κι επιλέγοντας προσεκτικά τους λόγους τους, παρά αποπατώντας τις ίδιες κορώνες και τους ίδιους δεκάρικους, που απομαλθάκεψαν τους ελεύθερους σε πρόβατα.

Δεν ξεχωρίζει, διόλου, από τους υπόλοιπους πνευματικούς ανθρώπους, που στην τρίτη τους ομιλία ή στο δεύτερο βιβλίο, τους πιάνεις να αναμασούν τα ίδια και τα ίδια. Μετά από μερικές ώρες Νίκου Λυγερού, πιάνεις να χασμουριέσαι, όπως και με κάθε άλλον άνθρωπο, παρά τα «περισσότερα από 22.000 κείμενα», αφού ανακυκλώνει τον εαυτό του, ούτε καν σπειροειδώς, αλλά κυκλοτερά. Βάλθηκε να μας πείσει ότι δεν είναι κτήμα της κοινωνίας, μα την ξεπερνά για χάρη της Ανθρωπότητας, διαπίστωση που είναι περισσότερο αλαζονικό σόφισμα, παρά ταπεινή φώτιση. Το λέει και το ξαναλέει, μήπως το πιστέψουμε κι εμείς κι ίσως κι ο ίδιος. Και μετά, χαζεύεις αυτόν τον ίδιο άνθρωπο, τούτο τον γίγαντα της υπεραξίας, αυτόν τον μετά-Άνθρωπο που 'χει αφήσει τση κοινωνίες πίσω του, να σου μιλά για Κωνσταντινούπολες, Μακεδονίες και Χριστούς. Ετούτος ο ανεξάρτητος του Χωρο-Χρόνου, βουτηγμένος στο μεταμοντέρνο ελληνικό κουλουβάχατο τόσο βαθιά, που μόνο η φτέρνα του, ζήτημα να εγλίτωσε. Ετούτος ο τραγελαφικά ηττημένος από την έπαρση, που διατυμπανίζει ότι μετά το 150 της νοημοσύνης οι άνθρωποι παύουν να σφάλλουν - με άλλα λόγια, παύουν να είναι άνθρωποι. Επιδεικνύοντας άγνοια αδικαιολόγητη, ως προς το γεγονός ότι το σφάλμα είναι, συνήθως, ψυχικής και λιγότερο συχνά νοητικής φύσεως, κι άρα θα πρέπει να δεχτούμε ότι οι ευφυέστεροι των ανθρώπων είναι και ψυχικά συμμετρικότεροι. Κάτι που φυσικά, καταρρίπτεται περίτρανα, από τα φορτισμένα ρίγη, τα οποία διατρέχουν τη ραχοκοκκαλιά του, εν τω βήμα, αποκεκαλυμμένου Λυγερού, ο οποίος φανερώνει αναφανδόν ότι διατελεί περισσότερο ταπεινά ανθρώπινος, απ' όσο επιθυμεί να βαυκαλίζεται.

Ο άνθρωπος τούτος είναι ψωνισμένος σε βαθμό αντίστοιχο του IQ του. Στη συναισθηματική λαίλαπα, που τον ταλανίζει, ξεχνά ότι σκέφτεται και συνεννοείται στη γλώσσα ή τις γλώσσες των σύγχρονων κοινωνιών (των μαθηματικών νοουμένων, επίσης, ως γλώσσα) και όχι με σανσκριτικά ή βρυχηθμούς. Οι επιθυμίες του, ακόμα κατώτερες, ταυτίζονται πλήρως με τα οράματα της πλέμπας και τα στρατηγικά προβλήματα, τα οποία καλείται να λύσει, ανάγονται (αν εξαιρέσεις τίποτα θεμελιώδεις και διαχρονικές αρχές της στρατηγικής τέχνης) στα προβλήματα, που μια συγκεκριμένη κοινωνία αντιμετωπίζει : Κύπρος, προσφυγικό, Τουρκία, Σκόπια και δε συμμαζεύεται. Αν είχε μια στοιχειώδη ειλικρίνεια, θα παραδεχόταν τουλάχιστον - τιμώντας το ορθό μέτρο - ότι με το 'να πόδι μπορεί να πατά σε οποιαδήποτε από τις 11 ή 13 διαστάσεις επιθυμεί, αλλά με τ' άλλο πόδι πατά αναγκαστικά στην εποχή και την κοινωνία του. Όμως όχι. Ο Νίκος Λυγερός Ανήκει Στην Ανθρωπότητα - με τα πάντα κεφαλαία. Κι ενώ το 95% οποιασδήποτε κανονικής κατανομής πληθυσμού καταλαβαίνει το γενικό νόημα των λόγων του - πως, δηλαδή, ο Νίκος Λυγερός δεν αναλώνεται στους ασήμαντους σκεδασμούς της εποχικής μεταβλητότητας, αλλά είναι κυνηγός του διαχρονικού και του απόλυτου, της βαθύτερης ενότητας και συμμετρίας - εκείνος επιλέγει, ωστόσο, λόγους πομπώδεις και κανονιοφόρους, αντί για λόγους λιτούς και σαφείς. Η ακαταδάμαστη ευφυΐα του - σημειωτέον : σε μια συγκεκριμένη μονάχα κλίμακα - αντί να διαυγάζει την αληθινή του φύση, που είναι ανθρώπινη, τον οδηγεί στην οίηση, θολώνοντας και τα πλέον προφανή.

Το πόσο ψώνιο καταντά αποκαλύπτεται κι από μια άλλη σημειολογική πολλαπλότητα, πέραν δηλαδή των ειπωθέντων ήδη. Το κανάλι του στο YouTube χαρακτηρίζεται ως «Έργο Ανθρωπότητας», αλλά 99 στα 100 βίντεο παρακολουθεί κανείς την αφεντομουτσουνάρα του και τις γεωπολιτικές ευαισθησίες του, παρά την... Ανθρωπότητα. Τις αερολογίες του, σε 5 χρόνια δε θα τις θυμάται ούτε ο ίδιος, όχι να πούμε η ανθρωπότητα. Στο blog που επιμελείται κάποια Σοφία Ντρέκου, ο τίτλος είναι «Νίκος Λυγερός - Λόγοι Σοφίας». Ο ίδιος ισχυρίζεται αλλού πως παρότι ευφυής δεν είναι απαραίτητα σοφός και, με την καλή έννοια, ζηλεύει τον Αϊνστάιν που ήταν. Ωστόσο, επιτρέπει σε τρίτους να διατρανώνουν τα κάλλη και την ομορφάδα του (τα πνευματικά), ωσάν να ήταν κανάς αναγνωρισμένος γκουρού του παγκόσμιου πολιτισμού - μη χέσω. Σε μια κομψή κίνηση άμυνας, θα 'ταν δυνατό να ισχυριστεί πως η σοφία παραπέμπει απλά στο όνομα της διαχειρίστριας του blog - η οποία θα μπορούσε να λειτουργεί κι ως απλή βιτρίνα - και όλα να τελείωναν σε ένα απλό λογοπαίγνιο. Αλλά η «αρχή σοφίας» του Νίκου Λυγερού κλίνει περισσότερο προς «φόβο Κυρίου» (όπου ως Κύριος νοείται ο ίδιος), παρά προς «ονομάτων επίσκεψη». Στον μάλλον σημαντικότερο και προσωπικό ιστότοπο, όπου παρατίθενται τα Λυγέρεια Άπαντα, θα μπορούσε κανείς να θαυμάσει, επιτέλους, κάτι : την απλότητα κι ευθύτητα της λιτής, (φαινομενικά) γραμμικής παράθεσης. Αλλά ακόμα κι εδώ, θέλει η πουτάνα να κρυφτεί κι η χαρά δεν την αφήνει. Από τη μία λεπτομέρεια καταλαβαίνει κανείς πολύ περισσότερα, παρά από τα 40.676 παραθέματα. Ο Νίκος Λυγερός δεν είναι απλά ο «Νίκος Λυγερός», αλλά ο «Νίκος Λυγερός PhD»!! Ο βρωμο-χωριάτης θέλει να φτιάξει κίονα δωρικού ρυθμού, μα η αβελτερία της ψωροπερηφάνειας τον αποτρέπει απ' το ξεχορτάριασμα του εχίνου. Τούτο το PhD δεν είναι η μικρή ατέλεια που κάνει ένα πρόσωπο γοητευτικότερο, είναι το αμυδρό εκείνο ράγισμα που θα εξαναγκάσει την γυάλινη βιτρίνα σε θρύψαλα.

Αν εξαιρέσεις, λοιπόν, την έλλειψη του ειλικρινούς μέτρου και την ψευδο-ταπεινότητα, ο Λυγερός δεν παύει στιγμή να είναι μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Το σύνολο της προηγούμενης ειρωνίας έχει στόχο ουσιαστικά το ψευδές ήθος, παρά την ευρύτητα του ανθρώπου καθαυτού. Στη γωνιά ετούτη των Opus, όρεξη να 'χει κανείς, μπορεί ν' ανακαλύψει αστείρευτη ποικιλία ιδεών, αφορμών κι ενασχολήσεων και - αν μη τι άλλο - να βγει πλουσιότερος. Διατρέχοντας τα διάφορα κείμενα, βρίσκεσαι αντιμέτωπος εξίσου με το δυσνόητο, όσο και με το απολύτως τετριμμένο κι εύκολο. Και τούτο δεν είναι μομφή, αλλά μία επιπλέον ένδειξη ότι ο καημένος Λυγερός, μ' όλη την ευφυία του, δεν είναι παρά απλός άνθρωπος, κι όχι εξωγήινος που θα οδηγήσει τον ελληνισμό πίσω στην Πόλη. Το άρθρο του για τον Βιτρούβιο άνθρωπο, στο blog της Σοφίας, δίχως να είναι αδιάφορο είναι στη τελική τόσο κοινότοπο στη διαπίστωσή του, ώστε θα μπορούσα να το είχα γράψει ακόμη κι εγώ : πρέπει να είσαι εντελώς τούβλο από τέχνη, ώστε να αγνοείς πως ο φτασμένος καλλιτέχνης, ακόμα και μικρότερου βεληνεκούς του Λεονάρντο, έχει τέτοια γνώση της ανθρώπινης ανατομίας, που σπάνια συναντάς ακόμα και σε ιατροδικαστή. Ο Λυγερός ανακάλυψε, επιτέλους, το 2018 - με αφορμή αυτό που όλοι θα περιμέναμε : ένα πέος - ότι ο επαγγελματίας ζωγράφος δε ζωγραφίζει απλά την πέτσα των σωμάτων, αλλά παλεύει με τη σκιά και την αναλογία, να αναδείξει εξίσου τις εσωτερικές εκείνες δομές που καθιστούν τα σώματα, τούτα που είναι. Μπρρράβο Νικολάκη! Χαλάλι τόσες σπουδές και PhD !!

Καταλήγοντας, διαπιστώνουμε ότι πολύ σημασία δώσαμε σε τούτο τον άνθρωπο. Παρατήστε τον ήσυχο, λοιπόν, μήπως κάποτε παρατήσει κι εκείνος εμάς. Αφήστε τον στο τραπεζάκι στη γωνίτσα, να γράφει τα λιτά του ποιηματάκια, τα οποία ενίοτε και να διαβάζετε - έχει μερικά πολύ δυνατά - και μη του δίνετε άλλο το μικρόφωνο, το σταυρό ή τη σημαία. Γιατί ετούτος ο καταπιεσμένος άνθρωπος θα κάνει εκείνο που όλοι οι καταπιεσμένοι, κοιμήσηδες και ξυπνητοί, δεν καταφέρνουν ν' αποφύγουν : περνιούνται για κάποιοι και πιάνουν ν' αυνανίζονται δημόσια, κραδαίνοντας τα σύμβολα της πρόσκαιρης εξουσίας τους. Και για να δείτε πόσο ευγενής και μεγαλόκαρδος στέκομαι, κλείνω δίχως την παραμικρή μνεία στην κατάπτυστη αρθρογραφία του, όπως ετούτο το ελάχιστο παράδειγμα αστικής ομφαλοσκόπησης, όπου λέει διάφορα χωρίς τελικά να λέει και τίποτα συγκεκριμένο, αφήνοντας ωστόσο την άκομψη σπόντα του, υπό μορφή ποιητικής κατακλείδας. Ο άνθρωπος, που ισχυρίζεται ότι υπηρετεί την Ανθρωπότητα, εισάγει τεχνηέντως την έννοια του θαυμασμού, ώστε να επιτύχει μια προκατασκευασμένη υποτίμηση : να μη θαυμάζετε τον πρόσφυγα, γιατί στην ουσία είναι ρίψασπις. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν τέθηκε ζήτημα θαυμασμού. Στον πρόσφυγα αναγνωρίζεις τον άνθρωπο στον ύστατο ευτελισμό του, τον αποστερημένο από τα πάντα, τον ικέτη, ακόμα κι αν ετούτος ήταν εχθρός σου. Το ήθος απέναντί του δεν έχει να κάνει ούτε με θαυμασμό, ούτε καν με στρατηγική. Έχει να κάνει με το ήθος μιας κοινωνίας απέναντι στο πρόσωπο του ανθρώπου, ο οποίος έχει απογυμνωθεί από κάθε αξιοπρέπεια, πέραν δηλαδή του γεγονότος ότι ακόμα ζει. Μέσα σε τούτο το ψυχορράγημα κανείς δε θαυμάζει κανέναν, αναγνωρίζουμε όλοι απλά ένα κομμάτι του εαυτού μας ή ένα κομμάτι της κοινής μας μοίρας. Τις αμπελοφιλοσοφίες καλό είναι να τις αφήνουμε, για τη στιγμή που θα στέκονται, απέναντί μας, άνθρωποι που δε θα 'χουνε την ανάγκη μας, μα θα πατούν γερά στα πόδια τους. Θαρρώ είναι πιο τίμιο, έτσι.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018

O,τι έχετε ευχαρίστηση ....

Αν είναι κάτι που σιχαίνομαι - εκτός από τις μπάμπιες - είναι η ζητιανιά και η μιζέρια. Η ζητιανιά και η μιζέρια δεν είναι - συνήθως - αναπόφευκτες καταστάσεις ενός ατυχούς βίου ή ανάγκες πραγματικές - όπως λανθασμένα τσιμπάμε το δόλωμα οι περισσότεροι - καθώς οι άνθρωποι με αξιοπρέπεια προτιμούν να τους κοπεί το χέρι, παρά να το απλώσουν. Η κλάψα είναι γνήσιο χαρακτηριστικό πορτοφολιών, με συμπτώματα βαρυστομαχιάς, κι ατόμων που κάποτε «την πιάσαν την καλή» μα τώρα δεν είναι πια τόσο καλή, όσο παλιότερα. Άλλοι, πάλι, γυρεύουν να «βγάλουν τα σπασμένα» ή - πιο τίμια - γουστάρουν χαρτζιλίκι. Αυτό το προηγούμενο, να βγάλουμε δηλαδή τα σπασμένα, είναι πολύ της μοδός στις μέρες μας και, μάλιστα, παγκοσμίως. Η κλάψα είναι πολύ «in», γιατί ο καπιταλισμός πιθανότατα εκτός από το «αόρατο χέρι», έχει και κάποιο αόρατο κρομμύδι κι είναι όλοι πολύ συγκινημένοι με την Κρίση. Θα μου πεις, τώρα : πότε δεν ήταν η κλάψα στο προσκήνιο; Πόσα χρόνια ήταν που φάγαμε στη μάπα τη δακρύβρεχτη ιστορία της Wikipedia, που δεν είχε λέει να ταΐσει τα παιδιά της ή να πληρώσει το ρεύμα για τους servers και δεν ξερω-γω ποια άλλη πληγή του Φαραώ;; Συμβαίνει ακόμα και σε μεγάλες εφημερίδες, όπως για παράδειγμα η Guardian και η Washington Post. Αν έχεις την ατυχία να πέσεις στη φάση που τραβάνε ζόρια, πρέπει να υποστείς όλη εκείνη την πρόβα τζενεράλε «ασήμωσε» της τυπικής τσιγγάνας και, τέλος πάντων, οτιδήποτε να βγει όπως-όπως κι ο αυριανός εσπρέσο.

Υπάρχει, να πούμε, μια ολόκληρη γκάμα από παρόμοιους καραγκιόζηδες. Ας πάρουμε, ως επόμενο παράδειγμα, όλους εκείνους, που σε υποχρεώνουν ν' απενεργοποιήσεις τους ad-blockers, ειδάλλως τρως πόρτα από το γαμάτο site τους ∙ τόσο γαμάτο, ώστε αξίζει για χάρη του, να φας στη μάπα όλη τη διαφημιστική σαβούρα. Αυτή είναι η πλέον σύγχρονη επιχειρηματική μαγκιά, τελευταίας τεχνολογίας, που τη σπουδάζουν φυσικά και στα κολέγια. Οι άνθρωποι τούτοι δεν έχουν, προφανώς, πάρει χαμπάρι τι συμβαίνει στο διαδίκτυο, γιατί από πορτοκαλιές βρωμάει ο τόπος. Ο εγκέφαλός τους λειτουργεί ακόμα με Netscape Navigator. Μιλάμε για τον τύπο του κλασικού κουραδόμαγκα, που περνά τα πάντα για κτήμα του. Το να μη γουστάρει κανείς το πώς διαχειρίζομαι τον προσωπικό μου browser είναι το ίδιο σα να μου υπαγορεύει (ή να μου απαγορεύει) ο ANT1 να χαμηλώσω τη φωνή στην τηλεόρασή μου. Άμα δε γουστάρεις, να το κλείσεις το ρημάδι. Να γίνεις συνδρομητικός. Ν' αποτρέψεις, επίσης, να βάζουν συνδέσμους στ' όνομά σου. Εγώ προσωπικά δεν είχα καμιά κωλοκαούρα ν' ασχοληθώ μαζί σου. Η κρούση συνέβη κατά 95% από ατυχία ή αστοχία κι εν τη ρύμη του surfing, που λένε. Έτσι βρίσκεται κανείς, από το πουθενά, να λογοδοτεί στον κάθε ανεπρόκοπο, που 'χει το θράσος να του κουνά το mouse και να του δίνει όρντινα τι θα 'χει ενεργό και τι όχι, στον περιηγητή του. Αν επιθυμείς να είσαι δημόσιος, κάπως θα πρέπει να ανέχεσαι εσύ το δήμο κι όχι ο δήμος εσένα. Αλλιώς, πίσω στο καυκαλό σου, γυμνοσάλιαγκα. Στο κάτω-κάτω, εσύ είσαι εκείνος που 'χει ανάγκη τα ευρώ μου. Ψάξε να βρεις τρόπους να με πείσεις, αντί τρόπους να μ' εκνευρίσεις ή να μ' εκμεταλλευτείς.

Λες και δε μας έφταναν, δηλαδή, όλες εκείνες οι βλακώδεις, νομικές αποδοχές και τα αμέτρητα κλικ στα οποία πρέπει να προχωρούμε, κάθε τρεις και λίγο, για να σερφάρουμε σαν άνθρωποι, χρειάζεται να υποστούμε, επιπλέον, κι όλη την ασυνάρτητη, καταναλωτική παρέλαση, που μολύνει την αισθητική και την υπομονή. Ο αυθορμητισμός - μα και το ίδιο το νόημα - της πλοήγησης, έχει χαθεί ανεπιστρεπτί, αν απαιτούνται κατά μέσον όρο τρία κλικ σε κάθε καινούργιο σύνδεσμο: θες cookies; θες ειδοποιήσεις; θες newsletters; θες να κατεβάσεις την εφαρμογή μας; θες να κάνεις τη σελίδα μας home page; θες να συνεχίσουμε να σου στέλνουμε ενημερώσεις; Ετούτη η ιστορία με τα cookies πρέπει ν' αποτελεί τη μεγαλύτερη νομική κωμωδία του αιώνα, για τον απλό λόγο ότι ο χρήστης δεν έχει το παραμικρό δικαίωμα άρνησης, πέρα δηλαδή απ' το να κλείσει τη σελίδα - πάλι καλά κι ευχαριστούμε. Μπορείς μόνο ν' αποδέχεσαι ή να ζητάς περισσότερες πληροφορίες. Θέλετε π.χ. να σας γαμήσουμε στο ξύλο; (α) Ναι, αποδέχομαι (β) Θέλω περισσότερες πληροφορίες - π.χ. πρώτα θα με δείρετε ή πρώτα θα με γαμήσετε;

Μη μ' αρχίσετε τώρα τις αμπελοφιλοσοφίες, πώς κάθε browser έχει ρυθμίσεις και τα σχετικά. Δεν έχω καμία υποχρέωση, ούτε και όρεξη, να κάθομαι να ρυθμίζω ένα-ένα ποια site αποδέχομαι και ποια μου βρωμάνε. Αντ' αυτού, μπορούμε απλά να θεωρήσουμε σα νομικό καθεστώς ότι πλέον δεν υπάρχει site, που να μην αποθηκεύει κάτι στον υπολογιστή σου - ούτε καν το blog της θείας Κατίνας με τις συνταγές - και να προχωρήσουμε πια σε αυτή τη βάση. Λες κι είχαμε και στο χωριό μας cookies. Δεν είχαμε. Κουλουράκια τα λέγαμε. Ή λες κι ο μέσος χρήστης έχει καμιά ιδέα τι είναι αυτό που τελικά αποδέχεται, κάθε φορά που πατάει ΟΚ. Απλά το πατάει αψήφιστα, προκειμένου να κάνει τη δουλειά του. Και πάνω σ' όλα τούτα, λοιπόν, έρχεται να προστεθεί κι η υπαρξιακή κωλοκαούρα του κάθε ανώμαλου: κλείσε μου τον ad-blocker, δώσε μου ένα ευρώ, κάνε μου like, πάτα το πράσινο κουμπάκι, ξύσε μου λίγο τη μασχάλη και δε συμμαζεύεται.

Τέλος πάντων. Θα ήθελα να μιλήσω και για την άλλη τακτική, που δεν είναι ζητιανιά, αλλά ξεκάθαρη κλεψιά, μα θα ξημερώναμε στη φλυαρία: μιλώ για τούτο το απροκάλυπτο θράσος να γράφεται κανείς συνδρομητής - οπουδήποτε online - κι αυτοί να του τραβάνε τη συνδρομή τον κάθε μήνα, εξ' ορισμού και αυτομάτως! Δίχως αναιρετική επιλογή, άλλη από την ξεγγραφή, και δίχως ειδοποίηση! Όπα και μπάστα, Φραουλίνο (άσχετο)! Μας έχετε, που μας έχετε γαμήσει στα e-mails για ψύλλου πήδημα, μια ειδοποίηση πληρωμής θα σας έπεφτε ο κώλος να τη στείλετε; Μπορεί εγώ να μη θέλω αυτό το μήνα, ρε αδερφέ! Μπορεί, όμως, να θέλω τον άλλο. Μπορεί να θέλω μόνο τους ζυγούς μήνες ή τους μήνες, κατά την ακολουθία Fibonacci. Τι ζόρι τραβάτε; Το 'πα σ' ένα φίλο και με κοίταγε μ' εκείνο το βλέμμα της συγκαταβατικής ανωτερότητας. Βέβαια, εκείνος βγάζει 5 χιλιάρικα το μήνα, όταν εγώ το σκεφτόμουν μια βδομάδα να γραφτώ, για ένα φεγγάρι, στο spotify και στο scribd ταυτόχρονα.

* * *

Μα είναι κατά βάθος κάτι άλλο, που μ' έχει αποτελειώσει τον τελευταίο χρόνο, και είναι η αφορμή που γράφω. Παλιότερα και πριν αποφασίσω ν' απέχω απ' τα φυλετικά σχόλια, θα το θεωρούσα κάτι σαν τον ορισμό της γυφτιάς. Ευτυχώς, το ελληνικό λεξιλόγιο είναι αρκούντως πλούσιο για να αποζημιώσει το νέο κι ανώτερο ήθος μου : μερικοί άνθρωποι λοιπόν είναι απίστευτα τσιφούτηδες, κακομοίρηδες, καρμίρηδες, μίζεροι, κλαψομούνηδες (όπα, τούτο είναι σεξιστικό!), ταλαίπωροι, μικρόψυχοι, στενόμυαλοι, κοντόφθαλμοι και πάει λέγοντας. Είναι, λοιπόν, μια ξεχωριστή κατηγορία καρμιριάς, που κυκλοφορεί στο ελληνικό διαδίκτυο και, ειλικρινά, μας έχει κάνει τα συκώτια τούμπανα. Κι επειδή δεν έχουμε πολλά συκώτια, φαντάζομαι καταλάβατε πως πρόκειται για φράση αλληγορική. Ο χειρότερος τύπος ζητιάνου λοιπόν - ή μάλλον ζήτουλα - είναι ο θρασύς. Είναι ο ζήτουλας που δε μπορείς να τον αποφύγεις, αλλάζοντας στενό, γιατί εμφανίζεται παντού και διαρκώς με το χέρι τεντωμένο, όποιο στενό και να διαλέξεις, σα τον πανταχού παρόντα Ντρούπι της Warner. Αυτός επίμονος ζήτουλας στην Ελλάδα ονομάζεται Lexigram και μας τα 'χει κάνει να!

Προσωπικά, έχω την ατυχία να είμαι από τους ψυχωτικούς εκείνους, που προκειμένου να γράψουν δυο προτάσεις, θα μπουν και 50 φορές στη Google, γιατί δεν είναι σίγουροι για το 'να ή για τ' άλλο. Αλγεβρικές εξισώσεις τα βήματά μας και τα λοιπά. Ρε φίλε, δεν είναι να τολμήσεις να ψάξεις άγνωστη λέξη, συνώνυμο, πτώση ή κλίση και τσουπ! νάσου σαν την πορδή η Lexigram. Φάντης μπαστούνι, πρώτος σύνδεσμος πίστα. Δε λέω, έχουν κάνει πολύ καλή δουλειά στο να σου σπαν' τα νεύρα. Γιατί, τώρα, τι πιο συνηθισμένο, από 'κείνο το καταραμένο δάχτυλο - πανάθεμά το - που πατά αυτoμάτως το πρώτο link, που θα του κάτσει; Αν δεν έχεις τύχη να σου κάτσει πρώτα κανα Βικιλεξικό - ή ό,τι άλλο αξιοπρεπές - οι πιθανότητες, κατόπιν, είναι συντριπτικά εναντίον σου. Έτσι και ως δια μαγείας (μαύρης), γίνεται η γνωριμία του ανύποπτου χρήστη με τον ιστότοπο της Lexigram.

Με τις διαφημίσεις απενεργοποιημένες

Με τις διαφημίσεις ενεργοποιημένες

Τώρα, ο θεός να το κάνει ιστότοπο, ετούτο το μπακάλικο της Ελληνικής. Προσοχή: μπακάλικο ως προς τη νοοτροπία, όχι ως προς το υλικό που προσφέρει, το οποίο - όσο μπορώ να κρίνω - φαίνεται περισσότερο κι από επαρκές. Το θυμάμαι, δηλαδή, από τότε που μας ρίχνανε και κανά ξεροκόμματο γνώσης. Είδατε που είμαι ακριβοδίκαιος; Γιατί εδώ δε θα σας πω, ότι δεν αξίζει να πλερώσετε στη Lexigram τα 5 ή 7 ψωρόφραγκα, αλλά πως τα ψωρόφραγκα ετούτα διακονεύονται με τέτοια ακαλαισθησία, ώστε θα προτιμούσε κανείς να ξοδέψει 100 ευρώ σε λεξικά (ή σουβλάκια), παρά να δώσει μια λίρα κάλπικη στους διαχειριστές του site. Άμα χαζέψεις λίγο την οθόνη, νομίζεις πως βρίσκεσαι σε τίποτα τελε-μάρκετινγκ. Αισθητική δεκαετίας '80 και βγάλε. Τόσα ευρώ εκείνο, τόσα φλουριά το άλλο. Από τη μέρα που αποφάσισαν να πάψουν την αμισθί αφοσίωση - αφού δεν ήταν ποτέ η αγάπη της ελληνικής γλώσσας το κίνητρο, μα το μπαξίσι - σκουντουφλάμε ξανά και ξανά στο χιλιο-γρατζουνισμένο και δακρύβρεχτο μελόδραμα :

«Δυστυχώς η Lexigram δεν μπορεί να συντηρηθεί πια από τις διαφημίσεις.»

Μπα; Τότε, λοιπόν, γιατί συνεχίζει και τις βάζει; Αυτές είναι απορίες. Ή, πάλι, γιατί δεν πάνε να δουλέψουνε ντελιβεράδες, εννοώ οι διαχειριστές; Γιατί, μη χέσω πως είναι τίποτα φουλ-τάιμ απασχόληση, η συντήρηση του site. Τι θέλουνε, να πούμε; Να δουλεύουμε εμείς, κι εκείνοι να συντηρούνται από τον καναπέ τους;

Το τυπικό θέαμα που αντικρύζει ο άτυχος χρήστης είναι βγαλμένο από τους πάγκους των πανηγυριών : τιμούλες, διαφημισούλες και πέρνα κόσμε, όσο-όσο. Η αγυρτεία της Lexigram μπορεί να περιοριστεί στα εξής : (α - ήσσον) δεν πρόκειται για portal της ελληνικής γλώσσας, ήτοι σημαίνει «πύλη», μα για διόδια, αφού δεν προχωράς πουθενά α δε πλερώσεις το αντίτιμο και (β - μείζον) κανένας σύνδεσμος της αναζήτησης δεν αντιστοιχεί σ' αυτό που περιγράφει. Ας πούμε, για παράδειγμα, μια τυπική μου αναζήτηση στη Google, όπως «άγω κλίση», έδωσε τα παρακάτω αποτελέσματα (παραθέτω μόνο τα πρώτα τρία) :


Είναι χαρακτηριστικό, ότι ενώ ο πρώτος κι ο τρίτος σύνδεσμος σε παραπέμπουν ακριβώς εκεί που ισχυρίζονται, η Lexigram αντιθέτως δε «άγει» στο παραμικρό - ούτε καν σε λίγα, ευτελή αποφάγια, έτσι για δόλωμα. Μπορείς, ωστόσο, ν' απολαύσεις για χιλιοστή φορά το κατα-γρατζουνισμένο της βινύλιο. Κι αυτό συμβαίνει για οποιοδήποτε λήμμα της Lexigram. Έχει, με άλλα λόγια, γεμίσει το ελληνικό διαδίκτυο με ένα άχρηστο σκουπιδαριό α-πληροφόρησης και α-συνδέσμων κι όλες οι παραπομπές της λειτουργούν, ξεκάθαρα κι αναφανδόν, ως φορείς της διαφημιστικής της ψωρίασης. Αν ήταν πιτσαρία, μιλάμε, θα 'χε σκοτωθεί πολύς κοσμάκης, στα διάσπαρτα, διαφημιστικά φυλλάδια. Η μόνη σωτηρία, που τα φυλλάδια της Lexigram δε θα 'τανε ιλουστρασιόν και θα γλιστρούσανε λιγότερο. Η παρουσία της Lexigram, όχι μόνο δεν προσφέρει το παραμικρό στην ελληνική γλώσσα, αλλά αποθαρρύνει και τη φυσική, ερευνητική διάθεση του φιλομαθή, παρακωλύοντας την ομαλή λειτουργία του διαδικτύου με βλακείες και σπαταλώντας την υπομονή μας σε εκνευριστικές επαιτείες και επαναφορτώσεις σελίδων.

Πιο κάτω, πάλι διαβάζουμε :

«Για να έχετε μία δωρεάν λέξη την ημέρα θα πρέπει να επιτρέψετε την εμφάνιση των διαφημίσεων καθώς και να μη μπαίνετε από private/incognito mode.»

Αυτό, τώρα, με τη δωρεάν λέξη την ημέρα, είναι η μεγαλύτερη απάτη του αιώνα. Το μόνο που επιτρέπει το λογισμικό τους είναι μια ματιά 0,666 δευτερολέπτων, προτού καλυφθούν τα πάντα από τις επιχειρηματικές επιταγές τους. Μετά δεν μένει τίποτα, πέρα δηλαδή από μια παντελώς άχρηστη οθόνη, να σ' αντικρύζει απαξιωτικά σαν τον τελευταίο τζαμπατζή κι όπως ακριβώς σε λοξοκοιτά ο μικρέμπορας, αφού πάρει πρέφα ότι τόσην ώρα απλά χάζευες στο μαγαζί του και δεν είχες ποτέ την πρόθεση ν' αγοράσεις. Λες πως θα 'πρεπε να χρωστούμε στη Lexigram και χάρη, που επενδύουμε δευτερόλεπτα πολύτιμης και ανεπίστρεπτης ζωής στην παρακολούθηση των αξιοθαύμαστων, επαιτειακών της κλισέ. Το κείμενο κλείνει διθυραμβικά :

«Εάν δεν έχετε κωδικό πρόσβασης, κάντε κλικ για να δείτε τα λεξικά, τα εκπαιδευτικά λογισμικά και τους τρόπους πληρωμής. Η απεριόριστη πρόσβαση και στα 7 λεξικά μας κοστίζει 5 Ευρώ για έναν χρόνο. Με 7 ευρώ ανά έτος παίρνετε και τα εκπαιδευτικά μας λογισμικά του Δημοτικού, της Νέας και της Αρχαίας.»

Σε ένα οποιοδήποτε φυσιολογικό site, όταν σε ρωτούν αν έχεις ή όχι κωδικό πρόσβασης, η επόμενη ερώτηση που έρχεται αξιοπρεπώς και αυθορμήτως είναι αν θέλεις ν' αποκτήσεις. Κι άμα θες, τότε και μόνο τότε, κάθονται και σ' αραδιάζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις εγγραφής.  Δε σε πιάνουν με το καλημέρα, να σου ξηγήσουν τ' όνειρο. Αλλά δε χρειάζεται να 'σαι φιλόλογος, για να ψυχανεμιστείς, τ' αληθινά νοήματα και την ξινίλα που 'ναι κρυμμένη ανάμεσα στις γραμμές που προηγήθηκαν και τον τρόπο έκφρασής τους. Οι υποτακτικές και οι προστακτικές πάνε και έρχονται, χαρακτηριστικές της συγκρατημένης αγένειας : «ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ επιτρέψετε», «ΝΑ ΜΗ μπαίνετε», «ΚΑΝΤΕ κλικ». Φοβάται ο τσιφούτης μη του κλέψεις τους κόπους του και τα μερτικά του. Η συναισθηματική φόρτιση είναι ολοφάνερη στον εξασκημένο αναγνώστη : η Lexigram είχε απηυδήσει τόσο καιρό με τους «τζαμπατζήδες», που εντρυφούσαν στους θησαυρούς της δίχως να συνεισφέρουν το παραμικρό και τώρα μας κουνάει το δάχτυλο. Το πρώτο το δικαιολογώ και το δέχομαι, αλλά το σεινάμενο δάχτυλο είναι καιρός να βρει τη ζεστή και σκιερή αγκαλιά, που του αρμόζει.

Ας απολαύσουμε, κλείνοντας, μερικές χαριτωμένες παραλλαγές, ανθρώπων με καλή διάθεση :

«Θα σας παρακαλούσαμε να επιτρέψετε την εμφάνιση των διαφημίσεων, προκειμένου να έχετε πρόσβαση στις δωρεάν προσφορές μας» ή πιο επίσημα «Προϋπόθεση για τη χρήση του site και την παροχή της ημερήσιας δωρεάν λέξης είναι η ενεργοποίηση των διαφημίσεων. Σας ευχαριστούμε για την κατανόηση».

Αντί για «κάντε κλικ για να δείτε μπλα-μπλα τους τρόπους πληρωμής» θα μπορούσαμε να διαβάζουμε διακριτικότερα «Εάν δεν έχετε κωδικό πρόσβασης, πατήστε εδώ, ώστε να ενημερωθείτε για τους όρους απόκτησης και την τιμολογιακή μας πολιτική». Για να μη χέσω, επίσης, εκείνο το σιχαμερό «κάντε κλικ» σ' ένα PORTAL! για την ελληνική γλώσσα!!!

Τέλος πάντων, χόρτασα θάψιμο για σήμερα. Αύριο πάλι. Αλλά θα κλείσω με μια πρόταση. Όχι μόνο, για να δει όλος ο κόσμος, πόσο μεγαλόκαρδος είμαι, μα και γιατί παλιότερα χρησιμοποιούσα τις υπηρεσίες της Lexigram, μάλλον συχνά, κι ήμουν θαρρώ ικανοποιημένος. Συνεπώς, οφείλω να της αναγνωρίσω μια ελάχιστη υποχρέωση. Μια απλή αλλαγή στη δομή του site, λοιπόν, μεταφέροντας αλλού τις τιμολογιακές τους διαθέσεις, κάπου διακριτικότερα, δίχως περιττές επαναλήψεις, να μας ζαλίζουν τα ούμπαλα, θα συνεισέφερε τα μάλα σε μια αξιοπρεπέστερη παρουσία. Επιπλέον, μια κάποια αισθητική διαχείρηση του χώρου, ώστε οι διαφημίσεις να δένουν με το site κομψότερα, παρά να εκτοξεύονται παράταιρες, σα μπαλώματα σε χιλιοφορεμένο κώλο, θ' ανέβαζε το site μια σκάλα απ' το επίπεδο : είχα έναν κουμπάρο που 'ξερε από κομπιούντερς. Τέλος, μια ελάχιστη παροχή - όχι με την ημέρα, που ούτως ή άλλως δε λειτουργεί και ποτέ, εκτός κι αν έχεις μάτι robocop - αλλά με λίγα τίμια στοιχεία για το κάθε λήμμα, αντί για το απόλυτο μηδέν, θα έκανε - τουλάχιστον, στη δική μου μάτια - χιλιάδες φορές δελεαστικότερη την παρουσία της Lexigram κι ίσως - ακόμα και τώρα που 'μαι ξινισμένος - να πειθόμουν, τελικώς, να εγγραφώ στις υπηρεσίες που προσφέρουν, μιας κι ο μισός υπολογιστικός μου χρόνος καταναλώνεται σε αναζητήσεις, που οι μισές πάλι είναι γραμματικές ή λεξιλογικές απορίες.

Αυτά κι ευχαριστώ για την υπομονή σας. Επίσης αν θέλετε, ταπεινοί αναγνώστες, μια δωρεάν λέξη την ημέρα, ξεκινήστε να τη δίνετε πρώτα εσείς, λέγοντας που και που και καμιά «καλημέρα» στους ανθρώπους, που σας αγαπούν και σας νοιάζονται - μα και στους άλλους. Τσάμπα είναι. Α ναι. Αφήστε και 5 ευρώ φεύγοντας...

Υ.Γ. Αδέρφια μου, συγχωρέστε με τον τρελό! Βρε τι 'ναι τούτο το κακό με μένα και δε μπορώ να σταματήσω να γράφω; Μα δε μπορώ και να το βουλώσω, κιόλας, μ' όσα θωρούν τα μάτια μου! Διαβάζει κανείς στην αρχική σελίδα : «Τα ιδρύματα Σταύρος Νιάρχος και Χρήστου Λαμπράκη, εκτιμώντας τα λεξικά και το εκπαιδευτικό λογισμικό, βοήθησαν στην προβολή τους». Μωρέ μπράβο! Και μετά τι έγινε; Σταμάτησαν πια να τα εκτιμούν;; Γιατί όσο να 'ναι, ακόμα και πεθαμένοι, πέντε ευρώ ο Σταύρος κι εφτά ευρώ ο Χρήστος, μπορούνε να τα δίνουν. Άμα, τώρα, λάβει κανείς τον κόπο να τσεκάρει τα κοστολόγια, ώστε να 'χει κανείς διεύθυνση στο internet και χώρο κι εργαλεία για να στήσει έναν ιστότοπο, θα διαπιστώσει ότι μέχρι και το βαφτιστήρι μου μπορεί, με το χριστουγεννιάτικο μποναμά του. Μέχρι κι εγώ έχω site. Κι η κουτσή Μαρία. Σιγά τ' αυγά. Άσε που η δουλειά γίνεται άπαξ και μετά το site απλά τρέχει στο ρελαντί, με κανά service κάθε πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα. Μη χέσω, που δε μπορούμε να συντηρηθούμε, χωρίς διαφημήσεις. Εκτός βέβαια κι αν θες το server στο σαλόνι σου.

Αν δε βρωμάει κάτι εδώ, σίγουρα όμως κάτι μυρίζει. Και περισσότερο απ' όλα - όπως ξανάθιξα - η αισθητική τους. Θες οι διαφημίσεις; Θες οι ζωγραφιές; Θες μήπως το λογισμικό τους ; Από την εποχή των κτηνοσαύρων που γράφτηκε, μέχρι σήμερα, ζήτημα είναι να 'χει αγγίξει τον κώδικα χέρι (ή οποιοδήποτε άλλο όργανο) ανθρώπινο. Αγναντεύοντας τα τεράστια, τριδιάστατα κουμπάκια, αναπολείς τα εφηβικά σου χρόνια, τότε που αυνανιζόσουν με Windows 3.1. Πόσα χρόνια ακόμα θα πρέπει να πληρώνουμε, κάτι που γράφτηκε σε Basic, παράλληλα με την προβολή του πρώτου Tron;; Και διαμέρισμα να 'τανε, τόσο καιρό - νισάφι - ένα ρετουσάρισμα θα το 'χε κάμει ο ιδιοκτήτης. Άσε το περιοδικό του «Οργανισμού για τη Διάδοση της Ελληνικής Γλώσσας», που προβάλλεται χάμου-χάμου στη σελίδα και του οποίου το εξώφυλλο είναι αντίδοτο για τις δηλητηριάσεις. Ε λοιπόν, εγώ σας το λέω και σας το υπογράφω : η νέα εποχή για την Ελλάδα θ' ανατείλλει τότε, όταν κάποτε εξαφανιστούν επιτέλους από προσώπου γης ετούτες οι τεράστιες, κακόγουστες, αρχαιοπρεπείς γραμματοσειρές (και οι συγγενείς βυζαντινο-φανείς), οι οποίες παραπέμπουν περισσότερο στο φτηνο-τουρισμό της κλεψάς και στον πολιτισμό του ξεπεσμού, παρά σε ευγενείς προθέσεις ανθρώπων σοβαρών και συναισθηματικά ώριμων. Μήπως όμως να το βουλώσω, επιτέλους;