Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Η αρθρογραφία της αθλιότητας και η αθλιότητα της αρθρογραφίας (Μέρος 1ο)

Ο Κίτρινος Τύπος
Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε από τον κο Ριχάρδο Σωμερίτη, στο ΒΗΜΑ της Κυριακής της 3ης Ιουλίου 2011, και είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα άθλιας αρθρογραφίας. Παρακάτω θα αναλύσω τμηματικά ολόκληρο το άρθρο. Προσωπικά ο κος Σωμερίτης μου είναι παντελώς αδιάφορος. Η ανάλυση θα περιορισθεί στα ευτελή γραφόμενα. Αν ο αρθρογράφος το πάρει προσωπικά, παρεξηγώντας την ευτέλεια των γραφομένων ως ευτέλεια του γράφοντος, αυτό είναι καθαρά δική του ευθύνη και πρόβλημα.

«Κεντρικός στόχος της «πλατείας» την περασμένη Τετάρτη ήταν όχι μια μαζική διαμαρτυρία για το «μεσοπρόθεσμο» έξω από τη Βουλή αλλά ο αποκλεισμός της και η παρεμπόδιση της προσέλευσης εκεί των βουλευτών και συνεπώς η παρεμπόδιση της ψηφοφορίας. Με άλλα λόγια, απλά και σταράτα: η κατάλυση του κυριότερου θεσμού της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας».

      α.   Η «πλατεία» ως γνωστόν δεν είναι μία κι ενιαία. Εξού να υποθέσω και τα εισαγωγικά, τα οποία ωστόσο απ’ τη μια ορίζουν το νόημα της λέξης ενώ απ’ την άλλη καταδικάζουν το νόημα της φράσης. Κι εξηγούμαι: της πλατείας (δίχως σημεία στίξης πέραν του τονισμού) σα θεσμικό όργανο, δηλαδή σα λαϊκή συνέλευση, δικαιούμαστε να της αποδίδουμε κεντρικούς στόχους, καθότι γι’ αυτό παλεύει και η ίδια διεκδικώντας συνοχή και ταυτότητα. Αντιθέτως, η πλατεία εμπλουτισμένη με τις δεκάδες χιλιάδες ετερόκλητα στοιχεία που συναθροίζονται κατά περίσταση, δηλαδή αυτό που ονομάζει ο αρθρογράφος «πλατεία», δε χαρακτηρίζεται από καμία ενότητα στόχων ή προθέσεων. Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να αποδώσουμε στο σύνολο τίποτε πιο συγκεκριμένο από μια γενικευμένη και ακαθόριστη αντίδραση. Με απλά λόγια: πλατεία με κεντρικούς στόχους ναι, «πλατεία» αχταρμάς ναι, αλλά «πλατεία» με κεντρικούς στόχους δεν υπάρχει ούτε πρακτικά, ούτε νοηματικά.

β.   Τα λόγια μπορεί να είναι απλά και σταράτα, τα επιχειρήματα όμως είναι σαθρά και του ποδαριού. Ο αρθρογράφος πιάνεται αδιάβαστος, καθώς φανερώνει παντελή άγνοια για τις συζητήσεις που απασχολούν τον κόσμο τόσο της πλατείας, όσο και της «πλατείας». Οφείλει να αιτιολογήσει ή να απαντήσει στα παρακάτω κι αν ο χώρος που του παρέχει η εφημερίδα δεν επαρκεί για πλήρη ανάπτυξη, τότε θα πρέπει να προσέχει τα λόγια του. Ας αρθρογραφήσει για την τιμή της ντομάτας, καλύτερα, θέμα για το οποίο ο ίδιος χώρος θα του ήταν υπεραρκετός. Πρέπει, λοιπόν, να διευκρινιστούν τα εξής:

      1ον.    Είναι το πολίτευμα που μοιραζόμαστε δημοκρατία;
      2ον.    Είναι αντιπροσωπευτική;
      3ον.    Είναι η ψηφοφορία των αντιπροσώπων ο κυριότερος θεσμός της ή μήπως είναι η ψηφοφορία των ίδιων των πολιτών; Μήπως είναι το ίδιο;
      4ον.    Ποια στοιχεία ή ποιες δράσεις είναι εκείνες που συνιστούν την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος;
      5ον.    Η παρεμπόδιση της ψηφοφορίας ανήκει στα προηγούμενα; Αν ναι, σε κάθε περίπτωση; δηλαδή ασχέτως προθέσεων, συχνότητας, μαζικότητας;

«Το καθήκον του δημοκρατικού κράτους ήταν να εμποδίσει μια τέτοια κατάσταση που θα οδηγούσε ασφαλώς σε ανατροπές με σοβαρότατες εσωτερικές και διεθνείς συνέπειες. Και το κατάφερε με το μικρότερο δυνατό ανθρώπινο κόστος».

Ορίστε μόνο ένα ισχνό δείγμα του «μικρότερου δυνατού ανθρώπινου κόστους»:


Το διαδίκτυο είναι στη διάθεση του καθενός, στο βαθμό βεβαίως που δεν είχε ίδια εμπειρία των τεκταινόμενων.

«Οι  πολύχρωμοι και άχρωμοι πολιτικά αγαπημένοι τόσων ΜΜΕ «αγανακτισμένοι», που θέλουν να φύγουν κυβέρνηση, Βουλή, τρόικα και ό,τι άλλο στο όνομα μια άπιαστης «άμεσης δημοκρατίας» που είναι πρόσχημα για κάθε παρεκτροπή, βρήκαν τον λογικό τους σύμμαχο: τους κάθε ακροδεξιού και ακροαριστερού εξτρεμισμού «μπαχαλάκηδες». Αυτούς που ασέλγησαν μία ακόμα φορά σε βάρος της πόλης και του λαού».

Ερώτημα 1ο
Οι συμμετέχοντες στο Κοινοβούλιο είναι μονόχρωμοι, σε αντιδιαστολή με τους «πολύχρωμους και άχρωμους πολιτικά»; Μια φράση παντελώς κενή νοήματος - δηλαδή μια φράση ανόητη - που επιδιώκει να εντυπωσιάσει με τον πιο εύκολο και φτηνό τρόπο, δηλαδή με λογοπαίγνια. Το λογοπαίγνιο δε συνιστά επιχείρημα.

Ερώτημα 2ο
Κρίνοντας τις αιρετικές δόξες των αντιπάλων μας, πχ. την άμεση δημοκρατία ως «άπιαστη», οφείλουμε - εφόσον συνδιαλεγόμαστε τίμια - να στοιχειοθετήσουμε με επαρκείς αποδείξεις γιατί οι προσωπικοί μας στόχοι συνιστούν, σε αντιδιαστολή, απτές και ρεαλιστικές επιδιώξεις. Για παράδειγμα, κατά πόσον τα εξής: το κοινωνικό κράτος, ένα αξιοπρεπές σύστημα παιδείας, η πάταξη της φοροδιαφυγής, η τιμωρία πραγματικών ενόχων, η μείωση της ανεργίας, μια καπιταλιστική αγορά δίχως εκμετάλλευση, ανέχεια και διαρκώς αυξανόμενα ταξικά χάσματα κλπ. δηλαδή όσα πρέσβευαν όλες οι κυβερνήσεις που πέρασαν και ρήμαξαν αυτόν τον τόπο, εδώ και τριάντα-τόσα χρόνια, δε συνιστούν άπιαστες ουτοπίες, αλλά κατακτημένες πραγματικότητες;

Ερώτημα 3ο
Αντιστροφή της παρατήρησης «... στο όνομα μια άπιαστης «άμεσης δημοκρατίας» που είναι πρόσχημα για κάθε παρεκτροπή» σε «... στο όνομα μιας άπιαστης «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» που είναι πρόσχημα για κάθε παρεκτροπή». Το νόημα είναι εξίσου εντυπωσιακό, αν όχι και πλέον βαθυστόχαστο. Αυτό συμβαίνει όταν ο λόγος δε στηρίζεται σε επιχειρήματα, αλλά σε ψευδο-ευφυή νοηματικά σχήματα, κενά περιεχομένου. Μπορούμε να συζητούμε ώρες, δίχως να λέμε τίποτα. Όταν δεν υπάρχει κανένα νόημα, τότε τα πάντα είναι πλήρη νοήματος. Πολύ εντυπωσιακό κι αυτό, δε νομίζετε;

«Ο πολύς κόσμος δεν πήγε στο Σύνταγμα μήτε αλλού. Απέφυγε σε μεγάλο βαθμό και τις διαδηλώσεις των συνδικάτων των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ και ΠΑΜΕ. Αποδεχόμενος με ενθουσιασμό το «μεσοπρόθεσμο»; Αμφίβολο! Από φόβο; Ίσως. Δηλαδή, τον φόβο που προκαλούν οι «μπαχαλάκηδες». Ίσως και για άλλους λόγους. Και γιατί να αποκλείσουμε με το ζόρι την περίπτωση να είναι πλειοψηφία όσοι κατάλαβαν ότι κακό – στραβό – ανάποδο το «μεσοπρόθεσμο», όμως άλλη ρεαλιστική λύση παραμονής στην Ευρώπη χωρίς πτώχευση κανείς δεν προσφέρει: όλος ο κόσμος δεν είναι Αντωνάκης!».

«Ο πολύς κόσμος δεν πήγε στο Σύνταγμα μήτε αλλού»: αν έχει διεξαχθεί κάποια στατιστική έρευνα για το πού βρισκόταν ο «πολύς» κόσμος εκείνες τις ημέρες ή για ποιους λόγους απείχαν, όσοι απείχαν, θεωρώ ότι δικαιούμαστε μια κάποια παραπομπή, ένα σύνδεσμο, μια βιβλιογραφία, κλπ. ή έστω μια ατάκα του τύπου «βγήκα στο μπαλκόνι μου και είδα...». Διαφορετικά, πρόκειται για μία ακόμη βαρύγδουπη ανοησία, της οποίας η μόνη στέρεη βάση είναι η συναισθηματική φόρτιση ή τα συμφέροντα του γράφοντος.

«Οι αστυνομικές δυνάμεις, με λίγες παρεκτροπές, προστάτευσαν φυσικά το Σύνταγμα αλλά δεν μπορούσαν ταυτόχρονα να προστατεύσουν, παρά τις άναρθρες ραδιοφωνικές κραυγές μερικών ρεπόρτερ, και όσους ήθελαν, άμεσα ή έμμεσα, να το καταλύσουν. Χρησιμοποίησαν κυρίως τα «χημικά». Οι αντίπαλοι της Αστυνομίας (και των θεσμών) που πήραν τις περισσότερες φορές την πρωτοβουλία των μαχών χρησιμοποίησαν εναντίον των αστυνομικών κυρίως τα μάρμαρα της πλατείας σπάζοντάς τα σε κομμάτια. Προσοχή: Ποιες θα είναι οι «ανώτερες μορφές αγώνα» στο μέλλον;».

1ον.    Τι σημαίνει «λίγες παρεκτροπές»; Υπάρχει κάποιο όριο παρεκτροπών στη δράση των αστυνομικών δυνάμεων; Δύνανται, για παράδειγμα, οι αστυνομικοί να εκτροχιαστούν έως και σε πέντε παρεκτροπές, αλλά όχι σε περισσότερες; Και πώς εννοούνται αυτές; Πέντε παρεκτροπές από ολόκληρο το αστυνομικό σώμα ή ο κάθε αστυνομικός ξεχωριστά; Δικαιολογούνται παρεκτροπές οποιασδήποτε μορφής; Από σπρώξιμο, ας πούμε, μέχρι και βαρύ τραυματισμό, αλλά όχι θάνατο; Ποια νομοθεσία υποστηρίζει κάποιο ή κάποια από τα προηγούμενα;

         Αλλά να μη λέμε ανοησίες. Το πλήθος – ή κατά μία άλλη ερμηνεία ο όχλος – σχεδόν εξ’ ορισμού λειτουργεί παρορμητικά, αμήχανα, σπασμωδικά, συναισθηματικά. Αντιθέτως, οι αστυνομικές δυνάμεις οφείλουν να λειτουργούν ψύχραιμα, οργανωμένα, εκπαιδευμένα και επαγγελματικά. Οι μόνη παρεκτροπή που θεωρείται θεμιτή – όσο μπορώ να σκεφτώ τη στιγμή ετούτη – είναι εκείνη στην οποία μπορεί να υποπέσει ατομικά ένας αστυνομικός, απειλούμενος κι ευρισκόμενος σε άμυνα. Σε καμία άλλη περίπτωση. Οποιαδήποτε άλλη χρήση βίας ως «παρεκτροπή» θα πρέπει θεωρείται αδικαιολόγητη, αλλά αν γίνεται τότε να γίνεται μόνο όταν αυτή κρίνεται απολύτως απαραίτητη και σύμφωνα με τους κανόνες, τα όρια και την εκπαίδευση, που ο ίδιος ο νόμος επιβάλλει στα όργανα της «τάξης». Δε μπορούμε, δηλαδή, να μιλάμε για «αυθορμητισμό» και «παρεκτροπές» τις αστυνομίας, ούτε ακόμη και για χάρη του επιχειρήματος.

2ον.    Ποιο Σύνταγμα ακριβώς προστάτευσαν οι αστυνομικές δυνάμεις, αδυνατώ να καταλάβω, εφόσον κανείς δεν επιθυμούσε τότε ή δεν επιθυμεί τώρα να καταλύσει το Σύνταγμα. Ίσα-ίσα, που όσοι επιθυμούν την αναθεώρησή του απαιτούν δημοψήφισμα του δήμου άπαντος και όχι επανάσταση των λίγων. Εκτός κι αν ισοδυναμεί η κατάλυση της κυβέρνησης με κατάλυση του Συντάγματος, κάτι που δεν ευσταθεί γιατί δεν είναι έννοιες ταυτόσημες και απαιτείται, από οποιονδήποτε εκφράζει παρόμοιες αιχμές, να συγκροτήσει σοβαρό επιχείρημα, στηριγμένο στον ορθό λόγο. Κάτι που, φυσικά, δε συμβαίνει εδώ.

3ον.    Το λάθος: «Οι αντίπαλοι της Αστυνομίας (και των θεσμών)», αντί του ορθού: «Οι αντίπαλοι της Αστυνομίας (και των θεσμών που αυτή αντιπροσωπεύει / υπερασπίζεται)». Για άλλη μία φορά, επιδιώκεται η σύγχυση προκειμένου να εκβιαστεί το συμπέρασμα. Η Αστυνομία και οι Θεσμοί δεν είναι έννοιες ταυτόσημες, εκτός κι αν αναφερόμαστε στο Θεσμό της... Αστυνομίας. Αλλά και πάλι από το Θεσμό στη σύλληψη και στη θεωρία του, μέχρι το Θεσμό στην υλοποίηση και την πρακτική του εφαρμογή, οι αποστάσεις είναι συχνά απογοητευτικές. Άλλη ασάφεια: για ποιους Θεσμούς μιλάμε; για όλους, για κάποιους; με τι ακριβώς ταυτίζεται η Αστυνομία από τον αρθρογράφο; Άγνωστο, όπως άγνωστες και οι προθέσεις του.

         Σημείωση: Φαντάζομαι θα προσέξατε την επιδεικτική αντικατάσταση του «θ» στη λέξη «θεσμός» με το αντίστοιχο κεφαλαίο, για την οποία φέρω ακέραια την ευθύνη. Να υποθέσω ότι ο συγγραφέας του άρθρου θεωρεί την Αστυνομία περισσότερο άξια κεφαλαίων, σε σχέση με τους Θεσμούς στους οποίους αυτή υπόκειται. Αθώο λάθος και αφελές ή πονηρό και ενδεικτικό των «πιστεύω» του γράφοντος; Κανείς μας δε θα μάθει ποτέ. Προσωπικά, προσπάθησα μονάχα μια μικρή... αποκατάσταση του χαμένου κύρους.

ΥΓ1. Περί της αντιπαραβολής «χημικών» (άγνωστος βέβαια ο ρόλος των εισαγωγικών: πρόκειται για φυσικά, αιθέρια έλαια;) εναντίον μαρμάρων : τη στιγμή που γράφω ετούτες τις ταπεινές αράδες, δεν έχει πέσει στη αντίληψή μου κανένας θάνατος φέροντος κράνος και ασπίδα, επειδή το μάρμαρο του προκάλεσε ασφυξία ή του βρήκαν μάρμαρο στους πνεύμονες.

ΥΓ2. Οι «αντίπαλοι» της αστυνομίας πήραν, λέει, τις περισσότερες φορές την πρωτοβουλία των μαχών. Άρα πήρε και η αστυνομία μερικές πρωτοβουλίες, προφανώς τις λιγότερες. Δεν πρόκειται, δηλαδή, παρά για ένα συναγωνισμό πρωτοβουλιών, αν κατάλαβα καλά, ποιος θα πάρει τις περισσότερες; Κάτι μου διαφεύγει στο σημείο αυτό : από πότε η Αστυνομία είναι θεμιτό να παίρνει πρωτοβουλίες μαχών; Μήπως υπάρχει μια σύγχυση του ρόλου της μ' εκείνον του στρατού; Μήπως - ακόμη πιο επικίνδυνο - υπάρχει μια σύγχυση στον εγκέφαλο του αρθρογράφου;

«Για μια ακόμα φορά προβλήθηκε από μερικούς το επιχείρημα «μπαχαλάκηδες = παρακράτος». Είναι πολύ πιθανό η Αστυνομία να χρησιμοποιεί και αυτή τη γνωστή μέθοδο του «εισοδισμού» ακόμα και για να έχει πληροφορίες. Είναι γελοία η γενίκευση: Γιατί τότε όσοι «μπαχαλάκηδες» συλλαμβάνονται υποστηρίζονται από όσους τους χαρακτηρίζουν παρακρατικούς;».

Ακριβώς την ίδια τακτική φαίνεται να ακολουθούν και οι «μπαχαλάκηδες», δηλαδή τη γνωστή μέθοδο του «εισοδισμού» στους κόλπους της αστυνομίας, προκειμένου να έχουν πληροφορίες. Έτσι όλα έχουν γίνει «μπάχαλο» και χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.

«Είναι αυτονόητο ότι οι απεργίες, οι πλατείες, οι «μπαχαλάκηδες», οι απαγορεύσεις απόπλου πλοίων, η μετατροπή της Αθήνας σε κόλαση δεν συμβάλλουν στην ανάπτυξη, στον τουρισμό και συνεπώς στον περιορισμό των θυσιών που καλούνται να προσφέρουν (υποχρεωτικά) κυρίως οι μη έχοντες. Τα μάρμαρα της πλατείας θα τα πληρώσουμε όλοι μας και συλλογικά η χώρα!».

Στην ανάπτυξη, επίσης, δε συμβάλλουν ούτε τα μέτρα του μεσοπρόθεσμου. Επιπλέον, τα τελευταία, μετατρέπουν σε κόλαση ολόκληρη την Ελλάδα και όχι μονάχα την στριμόκωλη πρωτεύουσά μας. Όσο για τα μάρμαρα της πλατείας, ας μπουν κι αυτά στο λογαριασμό. Μήπως φοβάται ο αρθρογράφος ότι η επιβάρυνση θα είναι τέτοια, που αυτή μόνη της, θα εκτοξεύσει τα ελλείμματα σε ύψη δυσθεώρητα; Επίσης, να μην παραγνωρίζεται το γεγονός ότι κάποιοι απ’ τους αστυνομικούς εκτόξευσαν, δια της ιδίας μεθόδου, τα σπασμένα μάρμαρα πίσω στους αποστολείς τους. Πιθανότατα, για να τα επιστρέψουν στις θέσεις τους! Πολύ περισσότερο απ’ την υπομονή του αναγνώστη να παρακολουθήσει τη φτήνια του άρθρου μέχρι τέλους, είναι δίκαιο να εξάρουμε την υπομονή του αρθρογράφου να κάνει το ίδιο.

ΥΓ. Τι ακριβώς σημαίνει το «υποχρεωτικά", αναφερόμενος στους μη έχοντες; Υπήρξαν, δηλαδή, προτάσεις από την κυβέρνηση (οποιασδήποτε εποχής) να απαιτήσει χρήματα από τους έχοντες, οι οποίες απορρίφθηκαν για κάποιον ουσιαστικό, νομικό, πρακτικό, ηθικό λόγο;

«Πάντως η κυβέρνηση, εσωτερικά μόνη εναντίον όλων, κέρδισε στη Βουλή αλλά και έξω από τη Βουλή μια σημαντική μάχη. Το καθήκον της τώρα είναι να πράξει το παν για να μη δικαιωθούν όσοι προβλέπουν και κυρίως προσβλέπουν σε μεγαλύτερες αδικίες, σε μεγαλύτερες εξαρτήσεις και σε χειρότερες ανατροπές».

Το να κερδίζει κανείς μόνος του εναντίον όλων, δηλαδή η μειοψηφία έναντι της πλειοψηφίας, αισθάνομαι ότι δεν είναι χαρακτηριστικό ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά τι τα θες. Εδώ η φράση είναι νοηματικά ασυνεπής. Ακολουθεί όμως και μια ταυτολογία: ό,τι προβλέπει και προσβλέπει σε μεγαλύτερες αδικίες, σε μεγαλύτερες εξαρτήσεις και σε χειρότερες ανατροπές είναι το ίδιο το μεσοπρόθεσμο. Προφανώς, η νίκη της κυβέρνησης και η δικαίωση της επιδείνωσης είναι ένα και το αυτό πράγμα.