Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Το Άγιο Πνευματικό Δικαίωμα...

Για ευνόητους (;) λόγους, θα αποφύγω οποιαδήποτε νύξη στην οικονομική (παρά)φύση του καπιταλιστικού συστήματος και τις παράλογες και απροκάλυπτες ανισότητες, που δημιουργούνται απ' την εύκολη εκμετάλλευση της αγοραστικής μας προβατίλας. Θα προσπαθήσω να εξετάσω με την υπάρχουσα λογική της αγοράς, αν όλες οι μπαρούφες που μας πουλάν οι εταιρείες έχουν κάποια λογική βάση ή πρόκειται για πενιχρά παραμύθια, ελλεεινής παραδοπιστίας. Υπόσχομαι να είμαι απόλυτα αντικειμενικός στην μεροληψία μου. (???)

Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, τι είναι τελικά αυτό που στερούμε από έναν καλλιτέχνη (ή την εταιρεία που τον εκμεταλλεύεται), κάθε φορά που αντιγράφουμε παράνομα ένα αλμπουμάκι ή μια ταινία του; Προφανώς, δεν είναι κάτι υλικό, κάτι απτό, εκείνο που του στερούμε. Δε μπαίνουμε στο σπίτι του ή στο γραφείο του. Δεν του στερούμε κάτι που δε θα μπορέσει να ξαναβρεί ποτέ, κάτι που έχει λειτουργική, συναισθηματική ή άλλη αξία για ‘κείνον Θα μπορούσαμε ν’ αντιγράψουμε ένα τραγούδι μία ή ένα εκατομμύριο εκατόν μία χιλιάδες εκατόν μία και δέκα φορές, και πάλι ο καλλιτέχνης να μην έχει πάρει χαμπάρι, να μην έχει βλαφθεί στο παραμικρό απ’ το μέγεθος της πράξης μας (τουλάχιστον άμεσα). Άρα η αναλογία, που επιχειρεί η διαφημιστική καμπάνια κατά της πειρατείας, είναι εν μέρει άστοχη: όταν κλέβεις ένα αυτοκίνητο, μια τσάντα ή ένα DVD απ’ το βιντεοκλάμπ, κλέβεις όντως ένα αυτοκίνητο, μια τσάντα κι ένα DVD απ’ το βιντεοκλάμπ!!

Απ’ την άλλη πάλι, ούτε κάτι πνευματικό είναι αυτό που στερούμε απ’ τους καλλιτέχνες. Δεν τους στερούμε το άλμπουμ καθαυτό, την έμπνευση, τη σύλληψη ή την εκτέλεση των έργων τους. Δεν προσπαθούμε να κάνουμε χοντρή κονόμα στ’ όνομά τους, ούτε φυσικά να ιδιοποιηθούμε τη δημιουργία τους στερώντας την πραγματική της ταυτότητα - κάτι που θα ήταν όντως άτιμο και άδικο. Δεν πουλάμε τ’ «αυθεντικά» εσώρουχα της Αντζελίνα Τζολί, αρκουδάκια με τη φωνή του Λουτσιάνο Παβαρότι ή δε βγαίνουμε στα κανάλια διαρρηγνύοντας ιμάτια, γιατί τα περισσότερα τραγούδια του ο Αγγελάκας τα έχει κλέψει απ’ το ημερολόγιο της συγχωρεμένης της γιαγιάς μας.

Με άλλα λόγια, κάθε φορά που αντιγράφουμε παράνομα, δε στερούμε από κανέναν τίποτα πομπώδες και πνευματικά αναντικατάστατο. Το μόνο που στερούμε, τελικά, από τους καλλιτέχνες (ή τις εταιρείες) δεν είναι παρά λεφτά και μόνο λεφτά. Φυσικά, δε θέλω να υποστηρίξω σε καμία περίπτωση, ότι η επιβίωση του καλλιτέχνη είναι ήσσωνος σημασίας. Αλλά να τελειώνουμε πια μ’ αυτην την κοροϊδία περί «πνευματικών» δικαιωμάτων. Τα δικαιώματα αφορούν σε, καθ’ όλες τις διαστάσεις τους, υλικά και κολαριστά χαρτονομίσματα, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν πνευματικά μονάχα κατ’ ευφημισμόν.

Τα του καίσαρος τω καίσαρι...

Τα άλλα δικαιώματα, τα πνευματικά, πληρώνονται «τοις μετρητοίς» και καθημερινά κάθε φορά που ζητάμε το «Μια βραδιά στο λούκι των Κατσιμίχα» και όχι απλά το «Μια βραδιά στο λούκι», κάθε φορά που θυμόμαστε τον «ΕΤ του Σπίλμπεργκ» κι όχι απλά τον «ΕΤ» (που θα μπορούσε να εννοούμε και τον Ελεύθερο Τύπο). Πνευματικά δικαιώματα πληρώνουμε κάθε φορά που φαλτσάρουμε συντροφιά με τα τραγούδια τους ή όταν αναμιγνύουμε ατάκες απ’ τις αγαπημένες μας ταινίες στον καθημερινό μας λόγο ∙ κάθε φορά που συνδέουμε μια αυστηρά προσωπική μας στιγμή με τις μελωδίες ή τις εικόνες τους ∙ κάθε φορά που ζητωκραυγάζουμε για πάρτη τους στις συναυλίες ή παγώνουμε στα καθίσματα των κινηματογράφων από την ένταση ∙ κάθε φορά που συζητάμε για την αφεντιά τους με τους φίλους μας ή κάθε φορά που γίνεται λαϊκό προσκύνημα, όταν κάποιος από το σινάφι τους πεθαίνει έχοντας αποτύχει στην πολλοστή του αποτοξίνωση. Στο κάτω-κάτω, ακόμη κι αυτό το ίδιο το γεγονός της πειρατείας, όταν ψάχνουμε σαν τρελοί να «κατεβάσουμε» το τελευταίο πολυαναμενόμενο άλμπουμ ή ταινία, είναι ένα είδος ικανοποίησης, ένα είδος απότισης πνευματικής τιμής στους δημιουργούς. Άλλο πράμα, αν δεν τους ικανοποιεί μονάχα η δόξα, αν χρειάζονται ζεστό χρήμα όχι μόνο για να ζήσουν σαν άνθρωποι, αλλά και για να συντηρούν τις υπερβολές τους (τέλος πάντων, μια μεγάλη μερίδα από αυτούς).


H Rihanna, ένα φτωχό κορίτσι των Μπαρμπάντος, είναι μια απ' τις μεγαλύτερες πληγείσες της μουσικής πειρατείας. Απόκαλύπτει χαρακτηριστικά: «Από τα γεννοφάσκια μου, ονειρευόμουν ένα σπίτι 20 εκατομμυρίων δολλαρίων. Κατάφερα, κι αυτό με μεγάλες δυσκολίες, να μαζέψω μόλις τα μισά χρήματα. Η μουσική πειρατεία μου στέρησε τα παιδικά μου όνειρα! Τώρα με βασανίζει ένα μεγάλο "γιατί", γι' αυτή την κοινωνική αδικία που μαστίζει ολόκληρο τον καλλιτεχνικό κόσμο».








Αφού είδαμε λοιπόν τι είναι αυτό που πραγματικά στερούμε απ’ τους καλλιτέχνες (και μάλλον από τις εταιρείες), δηλαδή χρήμα και μόνο χρήμα, ας εξετάσουμε αν είναι δίκαιο το αντίτιμο που ζητάνε γι’ αυτό που προσφέρουν και κατά, συνέπεια, αν είναι άδικη - μέχρι κάποιο σημείο – η δική μας συμπεριφορά.

Φωνάζει ο κλέφτης...

Να τονίσουμε, έτσι παρενθετικά - για όσους βέβαια είναι σε θέση να ξεπεράσουν τα μικρο-αστικο-χριστιανικά τσιπάκια τους και να το χωνέψουν αυτό - ότι σε αντίθεση με το φόνο η κλοπή δεν έχει κατωχυρωθεί στη συνείδηση του κόσμου ως πράξη, συνολικά, ανήθικη. Θέλω να πω: ακόμη κι ο φονιάς, ασχέτως κίνητρων, πιθανότατα συνειδητοποιεί ότι βλάπτει ανεπανόρθωτα το θύμα του. Ένας κλέφτης, από την άλλη, δε δεσμεύεται απαραιτήτως από τις ίδιες ανησυχίες. Όταν αφαιρείς από κάποιον τη ζωή του, ουσιαστικά, δεν του στερείς ένα πράγμα αλλά τα πάντα. Όταν αφαιρείς από ένα δισεκατομμυριούχο χίλια ή ένα εκατομμύριο ευρώ δεν είναι δυνατόν να παραδεχτείς εύκολα ότι του προξενείς καμία ιδιαίτερη βλάβη. Μην αρχίσουμε τις ηθικές ασυναρτησίες, εδώ μιλάμε καθαρά πρακτικά, μιλάμε ποσοτικά.

Φυσικά κι υπάρχουν πρακτικές ενστάσεις σε όλα αυτά: πχ. αν όλοι κλέψουν απ’ το δισεκατομμυριούχο χίλια ευρώ, τότε θα καταλήξει χειρότερος φτωχομπινές απ’ τους θύτες του. Εδώ όμως δεν υπάρχει ηθική διάσταση της πράξης καθαυτής, αλλά ζήτημα του πολλαπλασιασμού της εκατομμύρια φορές. Γι’ αυτό απαιτούνται πρακτικές και όχι ψευδο-ηθικές λύσεις. Παρακάτω, θα αναζητήσουμε πιθανές ισορροπίες στο θέμα που μας απασχολεί, από τη μία προσπαθώντας να προστατεύσουμε εξίσου τα «δικαιώματα» των καλλιτεχνών αλλά και των αντιγραφέων, από την άλλη αναζητώντας ποια είναι τελικά τα ηθικά όρια και των δύο.

Εν κατακλείδι, τα υλικά δικαιώματα επιβάλλουν υλικές υποχρεώσεις, τα πνευματικά δικαιώματα πνευματικές υποχρεώσεις. Οι τελευταίες, θεωρώ, πληρούνται στο έπακρο απ’ τη καταναλωτική μάζα. Κάθε άλλος συνδυασμός είναι σχήμα κατ’ ευφημισμόν, με μοναδικό στόχο να εκφοβίσει, να ενοχοποιήσει, να εκβιάσει.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου