Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Καλύτερα να μασάς, παρά να μιλάς... [Μέρος Β]

Περίληψη των προηγούμενων: όπου ο εικαστικός Τσόκλης, καταδιώκεται από ογκώδη και περίκαυλο αράπακλα, επιζητώντας άθελά του το βιασμό. Την τελευταία στιγμή, παραδίδεται και ξεσπώντας σε λυγμούς ζητά την επιείκεια του διώκτη του. Εκείνος ανελέητος ολοκληρώνει, καταλήγοντας λίγο πριν αποχαιρετήσει το θύμα του, σε τούτο τον εξαιρετικό θεατρικό μονόλογο: "Κε Τσόκλη, σας ζητώ συγνώμη απ' τα βάθη της καρδιάς μου. Εγώ είμαι ένας απλός υπάλληλος κι αν σας ξέσκισα αγρίως, είνα γιατί απλά ακολουθώ τις εντολές της μητέρας Φύσης. Οφείλετε όμως να παραδεχτείτε ότι ήταν ένα εικαστικά θαυμάσιο γαμήσι"!

Από διαφημιστική εκστρατεία της Μπέεενετον.
Μέρος Β - Παιδί, όπως λέμε παλιμπαιδισμός.

Αλλά – για να επιστρέψουμε πάλι στο τιμώμενο πρόσωπο – ο δύσμοιρος εικαστικός,  φαίνεται πως βάλλεται από τη μία ήττα πίσω απ’ την άλλη. Για να δούμε τι λέει ακριβώς, στο απόσπασμα από τη ΝΕΤ:

«Πολλές φορές με ρωτήσανε τι σημαίνει αυτή η υπόθεση του παιδιού. Όλοι ξέρουμε τι σημαίνει. Νομίζω πως... θα ήταν ίσως... ανέντιμο να εξηγήσουμε. Συμβαίνει ότι εμείς είμαστε άντρες μιας κάποιας ηλικίας. Και σημαίνει ότι έχουμε... υφιστάμεθα τη γοητεία του ξυπνήματος της νεότητος. Και θα θέλαμε να μετέχουμε σ’ αυτό. Και ξέρουμε όλοι ότι δε μας επιτρέπεται. Ξέρουμε ότι κινδυνεύουμε να τιμωρηθούμε γι’ αυτό. Όμως η επιθυμία μας υπάρχει και παραμένει. Είναι ένας τρόπος λοιπόν να αποδείξουμε... να εντείνουμε αυτό το αίσθημα της ενοχής, που όλοι έχουμε μπροστά σε κάποια φαινόμενα και τη δειλία μας, βέβαια, να ικανοποιήσουμε επιθυμίες που η φύση η ίδια μας επιβάλλει.

Πολλές φορές μιλάνε για βιαστές... Δεν καταλαβαίνω γιατί ο βιαστής είναι κακ... πιο κακός άνθρωπος από την κοπέλα που βγάζει τα βυζιά της απ’ όξω ή φοράει τη φούστα και φαίνεται τ... η κυλότα της. Εγώ νομίζω πως την βία τη ζητάει η ίδια, θέλει να τη βιάσουν. Δεν καταλαβν γιατί η αστυνομία πιάνει τον άνθρωπο που τη βίασε και τον βάζει μέσα και δε βάζει αυτή την ίδια που τον προκαλεί. Αφού η φύση τον σπρώχνει να κάνει αυτό. Έχω άλλες απόψεις για τα πράγματα, πώς να στο πω βρε παιδί μου. Δε ξέρω. Θα ‘θελα κάθε φορά που γίνεται ένας βιασμός, θα ‘θελα να δω γιατί γίνεται, ποιος έφταιξε απ’ τους δυο. Ποιος είναι αλήθεια πιο ζωντανός άνθρωπος; Ο γερο-ηλίθιος που κάθεται στο σπίτι του και δεν έχει κανέναν ερωτισμό μέσα του ή εκείνος που ρισκάροντας την... τη ζωή του την ίδια, την ελευθεριά του, επιτίθεται σ’ ένα πλάσμα σεξουαλικό και θέλει να το φιλήσει, να τ’ αγκαλιάσει, να το σφίξει. Μα γιατί; ποιος είναι ο πιο καλός; Και πώς η ζωή θα γινότανε πιο ενδιαφέρουσα; Μ’ εκείνους τους ανέραστους, που δε συγκινούνται μπροστά στο φαινόμενο ή εκείνους που... το πάθος, ξεχειλίζοντας, τους κάνει να επιτεθούν; Και δεν είναι ωραίο πράγμα, στο κάτω-κάτω, η επίθεση βρε παιδί μου; Να καταλάβεις αυτό το πράγμα, αυτό που η φύση έπλασε προκλητικό, να το γευτείς, να το χαρείς. Είναι αναρχικές αυτές οι σκέψεις το ξέρω, αλλά δεν είναι φυσικές; Δε μ’ αρέσουν αυτά τα πράγματα που λέω. Ίσως, μάλιστα, να με κάνει να χάνω μερικούς φίλους, ίσως και να παρεξηγούνται. Νομίζω όμως ότι είναι αληθινά».

Όποιος δεν έχει καταλάβει ακόμη αυτό που συμβαίνει εδώ, τότε είτε δεν είναι άντρας, είτε δε θέλει να καταλάβει, είτε και τα δύο μαζί. Ο Τσόκλης εδώ, σε καμία περίπτωση, δεν υπερασπίζεται το βιασμό. Όποιος αντιλαμβάνεται αυτό μονάχα, τότε είτε είναι συναισθηματικά φορτισμένος και (δικαίως) αδυνατεί, είτε είναι απλά συναισθηματικά ηλίθιος (αν και πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάποιες εκφράσεις του καλλιτέχνη είναι παντελώς άστοχες).

Φεμινισμός που κατανοεί ή ψευδο-φεμινισμός που εθελοτυφλεί;

Αυτό που συμβαίνει εδώ, είναι ότι ο Τσόκλης κραυγάζει την ήττα του. Όχι την ήττα του καλλιτέχνη, αλλά εκείνη του ανθρώπου που γέρασε. Ανοίγει την ψυχή του αυθόρμητα κι αφήνει την εκκωφαντική, σπαρακτική του κραυγή για το χρόνο και τα νιάτα, που τον πρόδωσαν - όπως φυσικά προδίδουν τον καθένα. Εξομολογείται αυτό που οι περισσότεροι άντρες σκέφτονται ή έχουν κάποτε σκεφτεί, όμως παρασύρεται και το κάνει χωρίς ενδοιασμούς, όπως κουβεντιάζει κανείς με το φιλαράκι του στην καφετέρια. Με την παιδική αφέλεια της στεναχώριας ή της καλλιτεχνικής του απελπισίας, θεωρεί ότι ο γυναικείος ψυχισμός είναι ικανός να χωρέσει όλες τις αλήθειες μιας εξομολόγησης. Ακόμη κι εκείνες που μπορεί ν’ αποκαλύψουν για τον σύντροφο ή τον πατέρα μας, ότι - χωρίς οι άνθρωποι να είναι απαραίτητα επίδοξοι βιαστές – μπορεί να κρύβουν στα σωθικά τους ένα καταπιεσμένο ζώο. Ένα ζώο που ποθεί συχνά να κατακτήσει, να καταβάλλει, να διεισδύσει, να πονέσει τη γυμνή, παραδωμένη γυναικεία σάρκα.

Ο Τσόκλης ξεκινάει (στο παρατιθέμενο απόσπασμα) με γλώσσα τόσο σεμνή, ζυγισμένη και «πολιτισμένη», στα πρόθυρα του γλοιώδους. Το πρόσωπό του πρήζεται και φουσκώνει από την αγωνία: να διαλέξει τις σωστές λέξεις, να μην παρεξηγηθεί, να φανεί η σωστή διάσταση των νοημάτων, πολύ άγχος βρε αδερφέ! Θέλει τόσο να μας ανοίξει την ψυχή του, να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους, αλλά πνίγεται! Έτσι αναπόφευκτα, οι δυνάμεις του κάποτε τον εγκαταλείπουν. Η συναισθηματική φόρτιση παίρνει το πάνω χέρι, αφήνεται. Οι λέξεις του από λόγιες γίνονται λέξεις «λαϊκές», χυμώδεις, γίνονται τίμιες: με άλλα λόγια λένε ακριβώς εκείνο που εννοούν. Η γλώσσα του παίρνει φωτιά (με την καλή έννοια), γίνεται αυθόρμητος, ο λόγος του χειμμαρώδης, φρενήρης. Γίνεται το παιδί, που με ντροπή κι ενοχή ανάμικτα, απελευθερώνει επιτέλους όλα εκείνα, που τόσο καιρό του βασανίζουν την καρδούλα (μάτια μου)!

Τέρμα ο πολιτισμός και το «δήθεν»! Το «αίσθημα της ενοχής, που όλοι έχουμε μπροστά σε κάποια φαινόμενα» γίνεται πια ξεκάθαρα τα «βυζιά απ’ όξω» και «το βρακί», που εξευρωπαϊζεται την τελευταία στιγμή σε «κιλότα». Ουφ, και το σώσαμε δηλαδή! Λέει «εγώ νομίζω πως την βία τη ζητάει η ίδια, θέλει να τη βιάσουν», αλλά στην πραγματικότητα δεν καθαγιάζει το βιασμό. Παραφράζει ατάκες της καθημερινότητας και της καφετέριας, του τύπου «τη γαμάς τώρα, για δε τη γαμάς» ή «να τη βάλεις κάτω, να της πετάξεις τα μάτια έξω». Ατάκες που δεν υποννούν φυσικά το βιασμό, υπονοούν όμως την καύλα και τη φαντασίωση. Κι όταν ο Τσόκλης «βάζει» τη γυναίκα να επιζητά η ίδια το βιασμό της, στην πραγματικότητα (λίγο άστοχα) θέλει να πει ότι υπόκειται κι αυτή στα ίδια ένστικτα, που υπόκειται ο κατάπτυστος βιαστής, δηλαδή στη φύση. Στη φύση της, δηλαδή, να προβάλλει τη σεξουαλικότητά της, να επιζητά την προσοχή. Η ίδια δεν επιθυμεί το βιασμό, η μαμά-Φύση όμως επιθυμεί την κατάκτησή της, αδιάφορο αν αυτή θα γίνει με τη συγκατάθεσή της ή όχι.

Τέλος πάντων, παλεύει να πει κάτι ουσιαστικό ο άμοιρος καλλιτέχνης, αλλά το χάνει σε πολλαπλά επίπεδα. Μπλέκει τους προσωπικούς, γεροντίστικους πόθους του με το μεγαλείο της υπέρβασης, που επιχειρεί να συλλάβει. Μα εκεί, λίγο πριν τη σύλληψη, σκοντάφτει και σωριάζεται και γεμίζει όλο τον κόσμο με τις ακαθαρσίες του. Τσκ τσκ, ντροπή αγαπητέ μας! Αντί να τα μπαλώνεις, ζήτα απλά και καμιά συγνώμη!

Αναρχισμός: άγνοια ή άνοια; 

«Είναι αναρχικές αυτές οι σκέψεις το ξέρω, αλλά δεν είναι φυσικές»; Ούτε αναρχικές είναι οι σκέψεις σου, τουλάχιστον έτσι όπως τις εννοείς, άρα κολοκύθια ξέρεις, ούτε ο αναρχισμός βρίσκεται σε αντίθεση με ό,τι θεωρείται φυσικό, άρα εκείνο το «αλλά» είναι για τα πανηγύρια. Να εξετάσουμε όμως με ψυχραιμία, γιατί οι σκέψεις του κ. Τσόκλη δεν είναι αναρχικές ούτε για πλάκα, αλλά ταυτοχρόνως συμβαίνει... να είναι και λιγάκι!

Από μια άποψη, ο κατηγορούμενος δικαιολογείται λιγάκι να λέει ασυναρτησίες. Ο αναρχισμός προβάλεται συνήθως, εντελώς λανθασμένα, ως ιδεολογία. Οι ιδεολογίες όμως τόσο από την ίδια τους τη φύση, όσο και απ' τη στενομυαλιά με την οποία εφαρμόζονται ανέκαθεν, κατάληξαν συνώνυμες της ιδεοληψίας και του δογματισμού. Μια οποιαδήποτε ιδεολογία κλίνει περισσότερο προς το θρησκευτικό σύνδρομο, παρά προς την ελεύθερη σκέψη. Κι αυτό γιατί κάθε ιδεολογία περιστρέφεται πάντα γύρω από μια μείζονα ηθική αρχή, μια αρχή η οποία αξιωματικά γίνεται αποδεκτή, με άλλα λόγια ένα δόγμα. Ο αναρχισμός, αντιθέτως, δεν έχει δόγμα. Αντ' αυτού έχει ως αφετηρία μια πραγματικότητα (την εκμετάλλευση των μαζών από λίγους, ισχυρούς) και μια επιθυμία (μη μας τα πρήζετε άλλο και φέρτε πίσω ό,τι δε σας ανήκει). Από εκεί και πέρα, επιτρέπει στους ανθρώπους να συνασπίζονται ελεύθερα γύρω από οποιαδήποτε μαλακία τους γοητεύει, χωρίς όμως να επιβάλλει καμία εξ' ορισμού ή εξ' ουρανού αλήθεια. Έτσι ο αναρχισμός είναι περισσότερο θεωρία, παρά ιδεολογία.

Συμπερασματικά, ο κ. Τσόκλης σφάλλει οικτρά όταν εξισώνει την επιθετική δράση με την αναρχική. Κάθε αναρχική ομάδα επιλέγει ελεύθερα τους δικούς της τρόπους δράσης. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα κάποιες να ακολουθούν επιθετικούς δρόμους, πολύ περισσότερες όμως να επιλέγουν εντελώς διαφορετικές τακτικές. Είναι άδικο και άτιμο, να χαρακτηρίζεται ένα ποικιλόμορφο, ολοζώντανο σύνολο από την ειδική περίπτωση. Είναι ο βλάκας που γνωρίζει έναν κοντό Ολλανδό και νομίζει πως όλοι οι Ολλανδοί είναι κοντοί. Κι αν θέλετε να το δούμε κι αλλιώς, η επιθετικότητα είναι κύριο χαρακτηριστικό της κάθε εξουσίας. Οι (ειλικρινείς) αναρχικοί όχι μόνο δεν εκφράζουν κανενός είδους εξουσία, αλλά είναι και αντίθετοι με κάθε μορφή της.

Όπου ο γνωστός εικαστικός κ. Τσίκλας, συνεπικουρούμενος απ' τη διάσημη καλλιτέχνιδα Μπενούτσι, επιδίδεται στην εικαστική αναπαράσταση ενός βιασμού. Προσέξτε πόσο ύπουλα, το σέξι μπούτι και η ξυρισμένη γάμπα, λειτουργούν ως ηθικοί αυτουργοί του ανοσιουργήματος, παρασύροντας το πραγματικό θύμα (δηλαδή το βιαστή) να δράσει αναρχικά, παρά τη θέλησή του! [Κάθε ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική και ξένη προς τις προθέσεις των γραφόντων].
Κώστας Τσόκλης: ο αναρχικός!

Εξουσία όμως επάνω μας δεν ασκούν μόνο οι κυβερνήσεις και οι πολυεθνικές, αλλά και οι ιδέες, τα δόγματα που προαναφέραμε. Δεν θα ήταν άστοχο να λέγαμε πως η πολιτική / κοινωνική / οικονομική υποτέλεια ξεκινάει πρώτα από μια διανοητική υποτέλεια. Όταν, για παράδειγμα,  θεωρεί κανείς ότι έτσι είναι ο κόσμος «φτιαγμένος» (να υπάρχουν δηλαδή φτωχοί και πλούσιοι, αδύναμοι και ισχυροί, θύματα και θύτες) ουσιαστικά υπογράφει δήλωση υποταγής, καταρχήν μέσα στη γκλάβα του. Η πλέον εύλογη συνέπεια είναι, από 'κει και πέρα, να υποτάσσεται αναπόφευκτα και στον καθημερινό του βίο. Ο αναρχισμός - κάτι που σπάνια θίγεται - αντίκειται επιπλέον και σε κάθε μορφή διανοητικής αρχής. Δε δέχεται δηλαδή το αλάθητο, το θέσφατο, το υπεράνω κριτικής, την τυφλή πίστη.

Έτσι, όταν ο κ. Τσόκλης και ο κάθε Τσόκλης, μας προκαλεί είτε με την ευφυία του, είτε με την ανοησία / αστοχία του, να κοιτάξουμε τον κόσμο με άλλο βλέμμα, αντικρύζοντας ακόμη κι εκείνο που φαντάζει στα μάτια μας απεχθές, αυτό που κάνει ουσιαστικά (δίχως να το καταλαβαίνει, γιατί αυτά που καταλαβαίνει είναι μαλακίες) είναι μια άσκηση «αναρχικής» αντίληψης (τα εισαγωγικά, για κάθε επιφυλάξη!). Ναι ο βιασμός είναι απεχθής, είναι κατάπτυστος και ποινικά κολάσιμος! Αλλά γιατί να είναι το ταμπού εκείνο, που εξουσιάζει και περιορίζει την ελευθερία της φαντασίας μας, την ελευθερία της κατανόησης; Γιατί να μη σταθούμε πάνω απ' την εικόνα ενός βιασμού - σε κάποια συναισθηματική απόσταση φυσικά, διαφορετικά δεν είναι δυνατόν - και να επανερμηνεύσουμε την κάθε πτυχή του, το «χρώμα» του, το θύμα όσο και το θύτη εξίσου, τον πόνο, την ηδονή, τα αίτια κι όλο ετούτο το μικρό σύμπαν αυτής της σκοτεινής πράξης;

Γιατί αυτό ακριβώς καλείται να κάνει ο ψυχολόγος, ο κοινωνιολόγος, ο νομοθέτης και όλοι ετούτοι οι άνθρωποι, οι οποίοι καλούνται να εξετάσουν και να κατανοήσουν συνολικά την πράξη. Καλούνται να αποστασιοποιηθούν απ' τη ματιά του θύματος, τυφλή απ' τη βιωμένη φρίκη, και να εξετάσουν τις πτυχές εκείνες που αδυνατεί ν' αγγίξει όχι μόνο το θύμα και το στενό του περιβάλλον, αλλά και η «δήθεν» κοινωνική, μικρο-αστική μας ευσυγκινησία. Γιατί, όμως, αναγνωρίζουμε το δικαίωμα ετούτο στους επιστήμονες, αλλά όχι στους καλλιτέχνες ή στον οποιονδήποτε, τέλος πάντων; Γιατί ξαμολάμε όλο μας το μένος, εναντίον όσων μας «έθιξαν» κάποιο θέμα ταμπού και δεν τον κοιτάμε με ψυχραιμία στα μάτια; Στο κάτω-κάτω ο βιαστής δεν είναι απαραίτητα το τέρας, που θα μας συνέφερε να φανταζόμαστε. Θα μπορούσε να είναι ο αδερφός μας, ο φίλος μας ή ο πατέρας μας, αλλά δεν τολμάμε ούτε να το σκεφτούμε αυτό. Δεν είναι εξίσου υποκριτικό, εκ μέρους μας, να χύνουμε ποτάμια ευαισθησίας για το ταλαιπωρημένο πρεζόνι, αναζητώντας τις «κοινωνικές παραμέτρους» που τον έφεραν στο χείλος της αυτο-καταστροφής, αλλά στο βιαστή να βλέπουμε απλά ένα τέρας, αποκομμένο από την γενικότερη κοινωνική πραγματικότητα; Προς σκέψη και συζήτηση... 

Τσόκ-ο γιόκ-ο! 

«Δε μ’ αρέσουν αυτά τα πράγματα που λέω» λέει. «Ε τότε βούλωσέ το, το ρημάδι!» λέμε εμείς και σας αποχαιρετούμε με αγάπη και στην ευχή του Θεού, αμήν!
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου